ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ ΟΡΘΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ | ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!

Καρυδιά

  •  
    [tab id="tab1" class="tabbale" button="nav-tabs"] [tab_item title="ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Τα Κυριότερα Βακτήρια που Προσβάλλουν την Καρυδιά [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Βακτηρίωση Καρπών και Φύλλων [/blocknumber] Η ανωτέρω ασθένεια είναι πολύ σοβαρή, γιατί σε ευνοϊκές συνθήκες, οι απώλειες καρυδιών από αυτή μπορεί να υπερβούν ακόμη και το 80% της παραγωγής. Το βακτήριο διαχειμάζει κατά τη διάρκεια του χειμώνα σε σχισμές ή πληγές του κορμού και των κλάδων και στους οφθαλμούς της καρυδιάς. Αρχίζει τον πολλαπλασιασμό του την άνοιξη, όταν οι κλιματολογικές συνθήκες γίνουν ευνοϊκές. Σε ευνοϊκές συνθήκες το βακτήριο από τους οφθαλμούς ή τις πληγές μπορεί να μεταφερθεί και να προσβάλει τα νεαρά φύλλα. Η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη του βακτηρίου είναι 28oC. Νεότερες μελέτες έδειξαν ότι το βακτήριο μέσα στους οφθαλμούς πολλαπλασιάζεται με αργό ρυθμό και σε θερμοκρασίες οι οποίες είναι λίγους βαθμούς πάνω από 0οC και σταματά την ανάπτυξη του στους 37οC. Προσβολή σε άρρενα άνθη (ιούλους): Μπορεί να παρατηρηθεί μαύρισμα σε ένα τμήμα του ιούλου, ενώ το υπόλοιπο είναι πράσινο και υγιές. Η προστασία του ιούλου είναι πολύ σημαντική, διότι το βακτήριο μπορεί να μεταφερθεί με τη γύρη στα θηλυκά άνθη. Προσβολή στο θηλυκό άνθος: Είναι το πιο ευαίσθητο όργανο της καρυδιάς στη βακτηρίωση. Το βακτήριο εισχωρεί στο άνθος μόνο από το στίγμα του και κυρίως όταν αυτό είναι δεκτικό στη γύρη, δηλαδή σε ανθοφορία. Η πρώτη οπτική παρατήρηση είναι ότι η βάση του στίγματος μαυρίζει, στη συνέχεια το βακτήριο προσβάλλει και νεκρώνει τους εσωτερικούς ιστούς. Το βακτήριο στο στίγμα του άνθους επικάθεται με προσβεβλημένη γύρη και με βροχή από προσβεβλημένα μέρη του δένδρου. Από το στίγμα, το βακτήριο μέσα σε λίγες μέρες, καταστρέφει ολόκληρο το άνθος, το οποίο τελικά παίρνει καστανό μαύρο χρώμα και αποπίπτει (διάμετρος άνθους 1-2 mm). Προσβολή στο νεαρό καρπό: Περισσότερο από το 90% των προσβολών γίνεται από την περιοχή του αποξηραμένου στίγματος . Η μεταφορά του βακτηρίου από εστίες μόλυνσης στο νεαρό καρπό γίνεται με τη βροχή ή σε συνθήκες αυξημένης ατμοσφαιρικής υγρασίας με τη βοήθεια ελαφρού ανέμου. Η πτώση αρχίζει σε νεαρούς καρπούς διαμέτρου 10-12 mm. Μετά την ξήρανση του στίγματος οι προσβολές από βακτηρίωση περιορίζονται δραστικά. Από τη λήξη της ανθοφορίας και μέχρι ένα μήνα μετά τη γονιμοποίηση, ο νεαρός καρπός παρουσιάζει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση. Όσες προσβολές όμως γίνουν σ’ αυτό το στάδιο απολήγουν στο μαύρισμα όλης της ψίχας και στην πρώιμη πτώση του καρυδιού. Αγρονομική συμπεριφορά των καλλιεργούμενων ποικιλιών στην Ελλάδα: Ειδικότερα στη χώρα μας παρουσιάζονται πιο ευνοϊκές συνθήκες για προσβολές από βακτηριώσεις του άνθους από 20 Μαρτίου μέχρι 15 Απριλίου, με αποτέλεσμα όλες οι πρώιμες και υπερπρώιμες ποικιλίες καρυδιάς με ανθοφορία μέχρι 15 Απριλίου να αντιμετωπίζουν πιο έντονα προσβολές από βακτηρίωση. Οι προσβολές του άνθους από βακτηριώσεις περιορίζονται σημαντικά από το τρίτο δεκαήμερο Απριλίου, λόγω απότομης και σημαντικής πτώσης της ατμοσφαιρικής υγρασίας. Η καταπολέμηση που γίνεται για την βακτηρίωση της καρυδιάς, είναι η προληπτική εφαρμογή χαλκούχων σκευασμάτων στα ευαίσθητα βλαστικά στάδια. Πιο αναλυτικά, το συνιστώμενο πρόγραμμα ψεκασμού (INRA, ΕΘΙΑ- ΓΕ) περιλαμβάνει: Ένα χαλκούχο ψεκασμό στην έναρξη της βλάστησης, ώστε να μειωθεί η διασπορά του βακτηρίου από τις πηγές μόλυνσης. Σε πολύ ευνοϊκές συνθήκες μόλυνσης (όπως στη Γαλλία), ο χαλκούχος ψεκασμός επαναλαμβάνεται στο ξεδίπλωμα τριών, τεσσάρων πρώτων φύλλων. Ο επόμενος γίνεται όταν το στίγμα γίνει υποδεκτικό στη γύρη σε ποσοστό ανθέων 20-30%, με μειωμένη δοσολογία χαλκού περίπου στο ήμισυ, για να μην μειώσει τη βλαστικότητα των γυρεόκοκκων και επαναλαμβάνεται μετά 3-4 ημέρες στην πλήρη ανθοφορία. Ο πέμπτος γίνεται με την κανονική πλέον δοσολογία μετά την καρπόδεση και επαναλαμβάνονται άλλοι δύο ψεκασμοί ανά εικοσαήμερο. [blocknumber type="circle" text="2" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Βαθύ σχίσιμο του φλοιού[/blocknumber] Το βακτήριο αυτό προκαλεί βαθύ επίμηκες σχίσιμο του κορμού και των κλάδων της καρυδιάς. Ο χρωματισμός των πληγών είναι σκούρος, από καφέ έως μαύρος, ενώ στην επιφάνεια του απογυμνωμένου λευκού ξύλου του κορμού φαίνονται σκούρα στίγματα. Το βακτήριο είναι δραστήριο από την άνοιξη έως το φθινόπωρο και μπορεί στο διάστημα αυτό να προκαλέσει σχισμές στον κορμό ή στους βραχίονες μήκους από 20 έως 100 εκατοστά. Αποτέλεσμα μιας ισχυρής προσβολής είναι η εξασθένηση του δένδρου που εκφράζεται με μείωση βλάστησης και παραγωγής καθώς και μικρότερη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία. Η καταπολέμηση γίνεται με χαλκούχα σκευάσματα. [/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Οι Κυριότεροι Μύκητες [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Ανθράκωση
    [/blocknumber] Υπεύθυνο παράσιτο είναι ο μύκητας Gnomonia leptostyla της οικογένειας Gnomoniaceae, του οποίου η ατελής μορφή είναι γνωστή ως Marssonina juglandis. Προκαλεί σημαντικές ζημιές στο φύλλωμα των δένδρων. Συνέπεια έντονης προσβολής της ανθράκωσης είναι η πρώιμη φυλλόπτωση (Αύγουστος) των δένδρων. Ο μύκητας σχηματίζει περιθήκια στα προσβεβλημένα φύλλα που πέφτουν το φθινόπωρο και παραμένουν στο έδαφος απ’ όπου την άνοιξη ελευθερώνονται ασκοσπόρια. Αυτά τα ασκοσπόρια (Gnomonia) προκαλούν τον Απρίλιο τις πρώτες προσβολές στα φύλλα της καρυδιάς. Στη συνέχεια προκαλούνται δευτερογενείς προσβολές στη νέα βλάστηση από τα σχηματιζόμενα κονίδια (Marssonina), δηλαδή τις αγενείς καρποφορίες του μύκητα, καθ’ όλη την διάρκεια της βλάστησης. Οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού σε συνδυασμό με χαμηλή ατμοσφαιρική υγρασία επιβραδύνουν την εξέλιξη της ασθένειας. Συμπτωματολογία: Στα νέα φύλλα παρατηρούνται φαιές πολυγωνικές κηλίδες αρκετά μεγάλων διαστάσεων. Το χρώμα στο κέντρο των κηλίδων είναι γκρι φαιό. Τα πολύ προσβεβλημένα φύλλα από τον παρασιτισμό του μύκητα παρουσιάζουν στο μη προσβεβλημένο τμήμα τους ισχυρό κιτρίνισμα και πέφτουν πρόωρα. Στα καρύδια στην περίπτωση έντονης προσβολής παρατηρούνται πολυάριθμες κηλίδες με χρώμα φαιόμαύρο, ξηρές και περιορισμένες στο εξωκάρπιο. [blocknumber type="circle" text="2" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Φυτόφθορες[/blocknumber] Από τα πολλά είδη Φυτόφθορας που προσβάλλουν την καρυδιά (έχουν βρεθεί 13 είδη), τα πιο επικίνδυνα είναι η Phytophtora cinnamoni και η Phytophtora citricola. Η Phytophtora cactorum, η P. citricola, η P. citrophtora και η P. parasitica, προσβάλλουν τον κορμό χαμηλά κοντά στην επιφάνεια του εδάφους και τη ζώνη έκφυσης (κορώνα) των κυρίων ριζών από τον κορμό και ακολουθώντας την ανοδική πορεία του νερού που απορροφάται από τις ρίζες προσβάλλουν και τελικά ξηραίνουν μεγάλους κλάδους του δένδρου. Στα σημεία της προσβολής του κορμού παρατηρείται μια χαρακτηριστική μελάνωση και εκροή μαύρου χυμού με χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή. Προληπτικά μέτρα: Υγιή δενδρύλλια από το φυτώριο και αποφυγή διασποράς του μύκητα (όπως αρδεύσεις με κατάκλιση, αλλεπάλληλα φρεζαρίσματα κλπ). [/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Ιοί που Προσβάλλουν την Καρυδιά [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Ιός του καρουλιάσματος των φύλλων της κερασιάς ή CLRV[/blocknumber] [dropcap]Ο CLRV είναι πολύ σοβαρή ασθένεια μόνο στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή καρυδιά (J. regia) είναι εμβολιασμένη σε μαύρες καρυδιές ή υβρίδια μαύρης καρυδιάς με Ευρωπαϊκή καρυδιά (Paradox, Royal κλπ). Στις ΗΠΑ και ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια ο ιός αυτός επέφερε την καταστροφή πολλών καρυδεώνων προκαλώντας την ξήρανση των ποικιλιών της Ευρωπαϊκής καρυδιάς που ήταν εμβολιασμένες σε μαύρες καρυδιές. Στη ζώνη εμβολιασμού των προσβεβλημένων δένδρων παρατηρείται μια μαύρη γραμμή, γνωστή ως “black line”. Αρχικά το black line απεδόθη σε κακή συγγένεια (ασυμβατότητα εμβολιασμού) μεταξύ Ευρωπαϊκής και μαύρης καρυδιάς και μόνο το 1985 διαπιστώθηκε ότι ήταν ο Cherry leaf roll virus και οφειλόταν στο γεγονός ότι οι μαύρες καρυδιές είναι υπέρ ευαίσθητες στον ανωτέρω ιό και με τη νέκρωση των ιστών που έρχονται σε επαφή με τον ιό, δεν του επιτρέπουν την είσοδο. Αντίθετα η Ευρωπαϊκή καρυδιά είναι ανεκτική στον CLRV και όταν προσβληθεί και ο ιός φθάσει στη ζώνη εμβολιασμού το υποκείμενο της Ευρωπαϊκής καρυδιάς θα επιτρέψει την είσοδο του ιού και δεν θα υπάρξει κανένα σύμπτωμα. Εάν όμως το υποκείμενο είναι μαύρη καρυδιά θα υπάρξει νέκρωση ιστών με αποτέλεσμα το εμβόλιο να μην μπορεί να τροφοδοτηθεί με νερό από τις ρίζες και να ξηραθεί. Η μετάδοση του ιού γίνεται κυρίως με εμβολιασμό από προσβεβλημένο δένδρο και κατά την ανθοφορία με μολυσμένη γύρη.[/dropcap] [/block][/tab_item]
     
    [tab_item title="ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Τα Κυριότερα Έντομα [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Καρπόκαψα[/blocknumber] Τάξη Λεπιδόπτερα, Οικ. Tortricidae) Συναντάται σε μεγαλύτερους πληθυσμούς στις ζεστές πεδινές περιοχές, λιγότερο στις ημιορεινές και πολύ λιγότερο στις ορεινές περιοχές. Το τέλειο έντομο είναι μια μικρή πεταλούδα μήκους 16-18 mm. Οι ζημιές προκαλούνται από τις προνύμφες (κάμπιες) του εντόμου, που διαπερνούν εύκολα το περικάρπιο και το μη ξυλοποιημένο ενδοκάρπιο του νεαρού καρυδιού και τρώγουν τη σχηματιζόμενη ψίχα. Εάν δεν γίνει καταπολέμηση οι ζημιές μπορεί να ανέλθουν στο 40% της παραγωγής στις ορεινές περιοχές και στο 70% στις πεδινές. Το ακμαίο έχει άνοιγμα πτερύγων 18-20 mm. Οι πρόσθιες πτέρυγες έχουν χρώμα γκρίζο-σταχτί, φέρουν λεπτές καστανές γραμμές και στο άκρο τους υπάρχει χαρακτηριστική οφθαλμοειδής καφέ κηλίδα. Τα ωά τοποθετούνται συνήθως μεμονωμένα. Οι προνύμφες όταν εκκολάπτονται έχουν σώμα λευκού χρώματος, ενώ όσο αυξάνει η ηλικία τους το χρώμα τους γίνεται ρόδινο και το μήκος της σε πλήρη ανάπτυξη φθάνει τα 12-14 mm. Έχει 2-3 γενεές ετησίως. Διαχειμάζει υπό μορφή νύμφης μέσα σε βομβύκιο στις σχισμές του φλοιού των δένδρων ή στο έδαφος. Στην αρχή της άνοιξης οι νύμφες μεταμορφώνονται σε χρυσαλίδες. Η έξοδος των ακμαίων της πρώτης γενεάς αρχίζει στη χώρα μας κλιμακωτά από τις αρχές Μαΐου στις πιο θερμές περιοχές και από τις αρχές Ιουνίου στις ορεινές περιοχές. Χαρακτηριστικό είναι ότι η μεγάλη διάρκεια εμφανίσεως των ακμαίων της πρώτης γενεάς, έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση σύγχυσης στον παραγωγό σχετικά με το κατάλληλο χρονικό στάδιο επέμβασης. Η δεύτερη μαζική έξοδος της χρονιάς εκδηλώνεται από τα μέσα Ιουλίου και η τρίτη (όπου υπάρχει) από τα μέσα Αυγούστου. Στις ορεινές, στις ημιορεινές και στις πεδινές περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης το έντομο έχει δύο γενεές, ενώ στις πεδινές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας υπάρχει μερικώς και τρίτη γενεά. Οι νεαρές προνύμφες της πρώτης γενεάς μπορούν να προσβάλουν το καρύδι από το στάδιο που έχει διάμετρο μόλις 1 cm και μη βρίσκοντας αρκετή τροφή (ψίχα), εξέρχονται από αυτό και εισδύουν σε άλλο, ενώ οι καρποί που υπέστησαν προσβολή πέφτουν. Οι προνύμφες της πρώτης γενεάς είναι οι πιο καταστρεπτικές επειδή εισδύουν εύκολα στα νεαρά καρύδια και επειδή κάθε μια για να τραφεί μπορεί να προσβάλλει περισσότερα καρύδια. Οι προνύμφες της δεύτερης γενεάς βρίσκουν τα καρύδια στο οριστικό τους μέγεθος, με ξυλοποιημένο κέλυφος και είναι λιγότερο καταστρεπτικές, γιατί πολλές από αυτές δεν καταφέρνουν να βρουν το μαλακό διάφραγμα του ομφαλού του ενδοκαρπίου και να εισχωρήσουν στη ψίχα. Για ν’ αποφευχθούν περισσότεροι από τους αναγκαίους ψεκασμούς πρέπει να παρακολουθούνται οι πτήσεις των ακμαίων. Αυτό μπορεί να γίνει όπου υπάρχει με το σύστημα γεωργικών προειδοποιήσεων, διαφορετικά ο παραγωγός πρέπει να χρησιμοποιήσει παγίδες φερομόνης. Για καλύτερη προστασία συνιστάται να εφαρμόζονται ψεκασμοί 8 ημέρες αργότερα από την ημέρα που η ημερήσια σύλληψη αρρένων ακμαίων ανά παγίδα φερομόνης ανέλθει στα 2-3 ακμαία. Τα δραστικά σκευάσματα για τη καρπόκαψα είναι πολλά και αποτελεσματικά.
    [blocknumber type="circle" text="2" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Αφίδες
    [/blocknumber] (τάξη Ηίπτερα) Οι αφίδες απομυζούν το χυμό των φύλλων και εάν οι πληθυσμοί τους είναι μεγάλοι εξασθενούν τα δένδρα με αποτέλεσμα τη μέτρια ή τη μεγάλη θερινή φυλλόπτωση, τη μείωση του μεγέθους και του βάρους των καρυδιών, την υποβάθμιση της ποιότητας της ψίχας και την ανεπαρκή θρέψη των οφθαλμών. Χαρακτηριστικό της προσβολής είναι οι άφθονες μελιτώδεις εκκρίσεις των αφίδων. Στην καρυδιά απατώνται στη χώρα μας δύο είδη αφίδων: η μικρή κίτρινη αφίδα και η μεγάλη αφίδα των νεύρων. Μικρή κίτρινη αφίδα της καρυδιάς (Chromaphis Juglandicola). Είναι η αφίδα που κατά κανόνα προσβάλλει περισσότερο την καρυδιά στην Ελλάδα. Απαντάται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων. Από τα νύγματα που κάνουν στο φύλλο, κατά την απομύζηση του χυμού του, δημιουργούν νεκρώσεις σε μικρότερα ή μεγαλύτερα τμήματα του ελάσματος του φύλλου. Έχει μήκος 1-2 mm, ο χρωματισμός της είναι κίτρινος φωτεινός με ελάχιστες μικρές σκούρες βούλες στον κοιλιακό χώρο. Στα ακμαία οι άρρενες αφίδες είναι σαφώς μικρότερες από τις θήλεις. Αφίδα των νεύρων (Callaphis Juglandis). Η αφίδα αυτή προσβάλλει σπανιότερα την καρυδιά στην Ελλάδα. Το ακμαίο είναι κίτρινο με καστανόμαυρες ταινίες στο σώμα, έχει μήκος 3-4 mm, και απαντάται σε ομάδα στο κεντρικό νεύρο του φύλλου και κατά κανόνα στην άνω επιφάνεια των φύλλων της καρυδιάς. Η αφίδα των νεύρων είναι ευαίσθητη στις υψηλές θερμοκρασίες άνω των 35ο C. Στις ελληνικές κλιματικές συνθήκες, κατά κανόνα, ο πληθυσμός της μειώνεται πολύ τον Ιούνιο και εξαφανίζεται τον Ιούλιο. [blocknumber type="circle" text="3" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Κοκκοειδή
    [/blocknumber] (Τάξη Ομόπτερα) Οι ζημιές που προκαλούνται από τα κοκκοειδή στα δένδρα της καρυδιάς στην Ελλάδα είναι περιορισμένες και προκαλούνται από δύο είδη Diaspidae, το Quadraspidiotus perniciosus και το Diaspidiotus juglansregiae. Τα είδη της υποοικογένειας Diaspidae δημιουργούν με τις εκκρίσεις τους ασπίδιο προστασίας, το οποίο όμως είναι τελείως χωριστό από το σώμα τους. Τα αρσενικά ακμαία φέρουν ένα ζεύγος πτερύγων και είναι πολύ πιο μικρά σε μέγεθος σε σχέση με τα θηλυκά, που είναι άπτερα, σφαιρικά. Ζούνε ακίνητα κυρίως στους κλάδους και τους κορμούς των δένδρων και απομυζούν τους χυμούς των φλοιών. Σε περίπτωση σοβαρής προσβολής εξασθενίζει η δύναμη του δέντρου και επηρεάζεται το βάρος και το μέγεθος των καρπών. Diaspidiotus (ή Quadraspidiotus) juglansregiae. Κοινά ψώρα ή ασπίδιο της καρυδιάς. Tο ενήλικο θηλυκό έχει σώμα κίτρινο, που καλύπτεται από κυκλικό ασπίδιο διαμέτρου 2 mm περίπου, γκρι έως φαιού χρωματισμού. Κάτω από το ασπίδιο υπάρχει το έντομο ελεύθερο. Τα θηλυκά εμφανίζονται κατά ομάδες σε σχηματισμό που θυμίζει «μαργαρίτα». Έχει δυο γενεές ετησίως. Τα θηλυκά γεννούν τα αυγά τους κάτω από τα ασπίδια περί τα μέσα έως τα τέλη Μαΐου. Τα αυγά εκκολάπτονται μέσα σε 3-4 ημέρες και τα νεαρά κοκκοειδή, έρποντας κινούνται στα κλαδιά για λίγο χρονικό διάστημα πριν εγκατασταθούνε οριστικά. Αρχικά τα καλύμματα (ασπίδια) των νεαρών θηλυκών είναι λευκά, μετά από μια εβδομάδα γίνονται γκρίζα και στη συνέχεια φαιά. Η δεύτερη γενεά εμφανίζεται στα μέσα Αυγούστου. Quadraspidiotus perniciosus (San Jose scale). Κοινά ψώρα San Jose. Είναι το πιο διαδεδομένο κοκκοειδές στην Ελλάδα. Προσβάλει ένα ευρύ φάσμα από ξυλώδη φυτά (φυλλοβόλα δένδρα, αειθαλή δένδρα, καλλωπιστικά φυτά) σε πολλά μέρη του κόσμου. Ανάλογα με τη θερμοκρασία έχει 3-5 γενεές ετησίως και συνήθως τέσσερες γενεές. Τα θηλυκά δεν συναθροίζονται για να δημιουργήσουν την «μαργαρίτα» χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοκκοειδών της ψώρας της καρυδιάς. [/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Άλλοι Εχθροί της Καρυδιάς [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Οι Νηματώδεις
    Σοβαρό πρόβλημα στην περίπτωση εκρίζωσης παλαιών δένδρων και αμέσου επαναφύτευσης προκαλούν οι νηματώδεις . Ζημιές στους κλάδους νεαρών δένδρων προκαλεί το ξυλοφάγο έντομο Ζευζέρα, που εκδηλώνονται πιο έντονα στην περίπτωση γειτνίασης με δασικά δένδρα ή άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες. [/blocknumber]
    [blocknumber type="circle" text="2" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Μύγα ή Ραγολέτιδα
    Μικρότερες ζημιές προκαλεί η Μύγα ή ραγολέτιδα των καρυδιών (Rhagoletis completa). Τα πρώτα σημάδια μιας προσβολής είναι οι μικρές οπές που κάνουν τα θηλυκά στο πράσινο περικάρπιο των καρπών για να ν’ αποθέσουν τα αυγά τους. Οι προνύμφες τρέφονται από το εσωτερικό του περικαρπίου με αποτέλεσμα το μαύρισμα και το σάπισμά του. Οι πρώιμες προσβολές από μόνες τους έχουν σαν συνέπεια την καταστροφή των καρυδιών. Οι όψιμες προσβολές είναι πιο ακίνδυνες όμως αφήνουν ένα κομμάτι του περικαρπίου ισχυρά κολλημένο πάνω στο κέλυφος του καρυδιού. [/blocknumber]
    [blocknumber type="circle" text="3" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Λευκή Κάμπια
    Μικρότερες ζημιές προκαλεί και η Λευκή Κάμπια των καρυδιών (λεπιδόπτερο, Amyelois transitella), που εισέρχεται στον καρπό, κατατρώγει όλα τα μέρη που δεν έχουν ξυλοποιηθεί εκτός από το περικάρπιο, το οποίο μαυρίζει, ξηραίνεται και ο καρπός μουμιοποιημένος παραμένει επί μακρόν στο δένδρο. [/blocknumber] [/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "] Ακάρεα [/bubble] [blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"]
    Κίτρινος Κηλιδωτός Τετράνυχος
    Σημαντικές ζημιές στο φύλλωμα της καρυδιάς προκαλούν ο κίτρινος και ο κόκκινος τετράνυχοι. Στην Ελλάδα περισσότερες και πιο έντονες προσβολές σημειώνονται από τον κίτρινο τετράνυχο σε ζεστές πεδινές περιοχές, ενώ από τον κόκκινο τετράνυχο οι προσβολές είναι πιο ήπιες. Χαρακτηριστικό των ειδών των τετρανύχων, είναι το μικρό τους μέγεθος, που ακόμη και στα ώριμα ακμαία κυμαίνεται από 0,2 έως 0,3 χιλιοστά, με αποτέλεσμα η προσβολή να μην γίνεται έγκαιρα αντιληπτή. Τα ακάρεα απομυζούν τους χυμούς από τα φύλλα, δημιουργώντας καστανές κηλίδες στην επιφάνεια των φύλλων. Τα προσβεβλημένα φύλλα ξηραίνονται και πέφτουν πρόωρα. Ο μεγάλος πληθυσμός τους εξασθενεί σοβαρά τα δένδρα, οδηγεί σε πρόωρη αποφύλλωση και μειώνει την παραγωγή και την ποιότητα των καρυδιών. Κίτρινος τετράνυχος. Τo είδος που βρίσκεται συχνότερα στην Ελλάδα είναι ο Tetranychus urticae (κίτρινος κηλιδωτός τετράνυχος). Ο Τ. urticae έχει κύριο ξενιστή το βαμβάκι και μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε καρυδιές που γειτνιάζουν με καλλιέργεια βαμβακιού. Διαχειμάζει ως ώριμο άκαρι σε καταφύγια στο δέντρο, σε ξενιστές και στο έδαφος. Κατά τη διάρκεια θερμού καιρού την άνοιξη, τα διαχειμάζοντα θηλυκά εγκαθίστανται στο φύλλωμα και μυζούν τα φύλλα της καρυδιάς. Αναπαράγονται πολύ γρήγορα και με θερμό καιρό κάνουν μεγάλους πληθυσμούς. Έχουν πολλές γενεές ετησίως, γιατί σε ευνοϊκές συνθήκες, μια γενεά μπορεί να ολοκληρωθεί σε 7-8 ημέρες. Κόκκινος τετράνυχος (Panonychus ulmi). Ο κόκκινος τετράνυχος διαχειμάζει στο στάδιο των αυγών πάνω σε κλάδους, σε διακλαδώσεις και κορμούς των δένδρων. Συνήθως ο κόκκινος τετράνυχος δημιουργεί πληθυσμούς με αργούς ρυθμούς κατά τη διάρκεια της άνοιξης και δεν είναι επιζήμιος για την καλλιέργεια μέχρι το καλοκαίρι. Προσβολές από ακάρεα Eriophyidae. Είναι μικροσκοπικά σκωληκόμορφα ακάρεα που σχηματίζουν χαρακτηριστικές κηκίδες (εξογκώματα) στα φύλλα. Το είδος Eriophyes erineus, που είναι περισσότερο γνωστό για το σύμπτωμα της ερίνωσης στο αμπέλι, προσβάλλει και την καρυδιά προκαλώντας παρόμοιες κηκίδες αποκλειστικά στα φύλλα, χωρίς συνήθως να δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα στην καλλιέργεια. Σημαντικό πρόβλημα, όμως, στην καρυδιά μπορεί να δημιουργήσει ένα άλλο είδος, το Eriophyes tristiatus, το οποίο σχηματίζει πολυάριθμες μικρές κικήδες τόσο στα φύλλα όσο και στους νεαρούς καρπούς. Σε περίπτωση έντονης προσβολής απο το άκαρι αυτό μπορεί να είναι απαραίτητη η εφαρμογή ενός ακαρεοκτόνου νωρίς την άνοιξη , με την έκπτυξη της νέας βλάστησης. [/blocknumber] [/block] [/tab_item] [/tab]
  •  
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    ΒΙΟΛΟΓΙΑ & ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ[/bubble]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Ο Λήθαργος Του Δένδρου[dropcap] Τη χειμερινή περίοδο το υπέργειο μέρος του δένδρου (οφθαλμοί, βλαστοί, κλάδοι, κορμός) διακόπτει όλες τις αυξητικές διεργασίες και ληθαργεί μέχρι που οι εαρινές θερμοκρασίες αποβούν πάλι ευνοϊκές.[/dropcap][dropcap] Ο λήθαργος είναι μια σειρά βιοχημικών διεργασιών σταδιακής ενεργοποίησης και παραγωγής ρυθμιστών ανάσχεσης της βλάστησης (αμπσισικό οξύ, κ.α.) και απενεργοποίησης των ρυθμιστών αύξησης. Το ερέθισμα για την παραγωγή αμπσισικού οξέος, που είναι ο κυριότερος παράγοντας του λήθαργου, δίνεται από τις συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού και η διαδικασία επιταχύνεται από τυχόν έλλειψη υγρασίας. Με τη σταδιακή παραγωγή αμπσισικού οξέος επιβραδύνεται προοδευτικά η επάκρια αύξηση φύλλων και βλαστών. Ο λήθαργος ολοκληρώνεται με την έλευση φθινοπωρινού παγετού, ο οποίος επιφέρει την πτώση των φύλλων.[/dropcap][dropcap] Για τη διακοπή του λήθαργου είναι απαραίτητες οι χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, οι οποίες απενεργοποιούν σταδιακά το αμπσισικό οξύ. [/dropcap][dropcap]Η επαρκής ικανοποίηση των αναγκών μιας ποικιλίας σε χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες είναι απαραίτητη για την καλή παραγωγικότητα της ποικιλίας. Με τα μέχρι σήμερα βιβλιογραφικά δεδομένα οι χειμερινές θερμοκρασίες (σύνολο ωρών) που είναι χαμηλότερες από 7οC θεωρούνται αποτελεσματικές για τη διακοπή του λήθαργου. Από παρατηρήσεις, έχει καταδειχθεί ότι απαιτούνται συνολικά, κατά τη χειμερινή περίοδο, 800-1000 ώρες περίπου κάτω από 7οC, για την ικανοποιητική διακοπή του λήθαργου των ποικιλιών της Καλιφόρνιας, ενώ για τις Γαλλικές ποικιλίες απαιτούνται αντίστοιχα περίπου 1200-1300 ώρες.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [row][col class="span6"][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Έναρξη Bλάστησης[dropcap] Έναρξη βλάστησης είναι το στάδιο που ανοίγουν τα δύο σκληρά προστατευτικά καλύμματα του οφθαλμού και εμφανίζεται το νέο φύλλωμα. Mε την έναρξη της βλάστησης μειώνεται πολύ η αντοχή των νέων βλαστικών οργάνων του δένδρου σε χαμηλές θερμοκρασίες.[/dropcap][/block][/col]
     
    [col class="span6"][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Ετήσια Bλάστηση[dropcap] Στην καρυδιά διακρίνουμε τριών ειδών οφθαλμούς: τους ξυλοφόρους, τους μικτούς ή καρποφόρους και τους άρρενες (ίουλοι). Κατά κανόνα κάτω από τη μασχάλη του σύνθετου φύλλου, υπάρχουν δύο οφθαλμοί (διπλός οφθαλμός), ένας μεγαλύτερος που στις πλαγιόκαρπες ποικιλίες είναι καρποφόρος και ένας μικρότερος που είναι πάντα ξυλοφόρος.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Βιολογία Του Άνθους[dropcap] Η καρυδιά είναι δένδρο μόνοικο και δίκλινο, δηλαδή στο ίδιο δένδρο υπάρχουν, εντελώς χωριστά, τα θήλεα και τα άρρενα άνθη.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Άρρενα Άνθη[/blocknumber] [dropcap] Πολλά άρρενα άνθη περικλείονται σε ένα ανθοφόρο οφθαλμό, που ονομάζεται ίουλος εξ αιτίας του σχήματός του κατά την περίοδο της ανθοφορίας. Οι ίουλοι εμφανίζονται στη βάση των βλαστών του προηγουμένου έτους. Ο ίουλος αποτελείται από ένα επιμήκη ανθικό άξονα που φέρει 100-160 απλά άνθη. Ανάλογα με την ποικιλία περίπου 1-2 εβδομάδες μετά την έναρξη της βλάστησης ο ίουλος αρχίζει την ανθοφορία του. Οι ανθήρες διασκορπίζουν τη γύρη στην ατμόσφαιρα και στη συνέχεια μαυρίζουν, ξηραίνονται και αποπίπτουν από το δένδρο.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Θήλεα Άνθη[/blocknumber] [dropcap]Τα θήλεα άνθη φέρονται σε ταξιανθίες ανά 2-4 στις καλλιεργούμενες ποικιλίες ή και περισσότερα σε καρυδιές που ανθοφορούν σε βότρεις. Η διαφοροποίηση των οφθαλμών που θα δώσουν θήλεα άνθη αρχίζει περίπου 75 ημέρες μετά την έναρξη βλάστησης της κάθε ποικιλίας. Κατά τη διάρκεια του λήθαργου κάθε εξέλιξη στο θηλυκό άνθος διακόπτεται και συνεχίζεται δύο περίπου εβδομάδες πριν την έναρξη βλάστησης και ολοκληρώνεται με την εμφάνιση του δισχιδούς στίγματος. Όταν εξωτερικά τα 2 μέρη του στίγματος του άνθους σχηματίσουν μεταξύ τους γωνία περίπου 45 μοιρών έχουμε έναρξη ανθοφορίας και το άνθος είναι υποδεκτικό για επικονίαση.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Γ" color="#FFF" background="#13a13d"] Διάρκεια Ανθοφορίας και Διχογαμία[/blocknumber] [dropcap] Σε μέσους όρους η διάρκεια ανθοφορίας των θηλέων ανθέων ενός δένδρου μιας ποικιλίας καρυδιάς είναι 10-12 ημέρες και των ιούλων 8-10 ημέρες. Συνήθως στις ποικιλίες καρυδιάς παρατηρείται το φαινόμενο της διχογαμίας, δηλαδή της ετεροχρονισμένης ανθοφορίας των αρρένων από την ανθοφορία των θηλέων ανθέων. Εάν προηγείται η ανθοφορία των αρρένων ανθέων η ποικιλία χαρακτηρίζεται σαν «πρώτανδρη». Όταν προηγείται η ανθοφορία των θηλέων, η ποικιλία χαρακτηρίζεται σαν «πρωτόγυνη». Εάν οι ανθοφορίες αρρένων και θηλέων σε μια ποικιλία συμπίπτουν τότε αυτή χαρακτηρίζεται σαν «ομόγαμη».[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Δ" color="#FFF" background="#13a13d"] Επικονίαση και Γονιμοποίηση [/blocknumber] [dropcap]Από τη στιγμή που η γύρη απελευθερώνεται, από τους ανθήρες στον αέρα, έχει ζωή 2-4 ημερών, ανάλογα με την υγρασία του αέρα, γιατί η περιεκτικότητά της σε νερό είναι πολύ μικρή και ξηραίνεται εύκολα. Όταν ο γυρεόκοκκος έλθει σε επαφή με το στίγμα, ενυδατώνεται, βλαστάνει και σχηματίζει ένα γυρεοσωλήνα που κατευθύνεται προς το ωάριο που περιέχεται στον εμβρυόσακκο. Συνήθως απαιτούνται 3-4 ημέρες από την επικονίαση μέχρι τη γονιμοποίηση.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Εξέλιξη και Ωρίμανση του Νεαρού Καρπού[dropcap] Οι πρώτες κυτταροδιαιρέσεις του εμβρύου αρχίζουν 10-14 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση. Πενήντα ημέρες μετά τη γονιμοποίηση το έμβρυο έχει διάμετρο μόλις 4-6 mm. Αντίθετα με την αργή εξέλιξη του εμβρύου, ο νεαρός καρπός, αυξάνεται πολύ γρήγορα σε μέγεθος από την 11η έως την 30η ημέρα. Δέκα εβδομάδες μετά το τέλος της ανθοφορίας εξωτερικά ο καρπός παίρνει το τελικό του μέγεθος.[/dropcap][dropcap] Εννέα εβδομάδες μετά το τέλος της ανθοφορίας αρχίζει γρήγορη ανάπτυξη του εμβρύου και επιταχύνεται από την 15η εβδομάδα. Την 18η εβδομάδα από τη γονιμοποίηση ο καρπός φθάνει στο μεγαλύτερο βάρος του, ενώ από την 19η έως την 22η εβδομάδα είναι έτοιμος για συγκομιδή (σχίσιμο περικαρπίου).[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Ακροκαρπία και Πλαγιοκαρπία[dropcap]Οι ποικιλίες καρυδιάς διακρίνονται βασικά ανάλογα με τον τρόπο καρποφορίας τους σε δύο κατηγορίες, στις ακρόκαρπες και στις πλαγιόκαρπες. Οι ακρόκαρπες ποικιλίες καρποφορούν στους ετήσιους βλαστούς μόνο στον ακραίο οφθαλμό ή και στον πλησιέστερο κατώτερο του ακραίου οφθαλμό. Οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες ανθοφορούν και καρποφορούν στους ετήσιους βλαστούς όχι μόνο στον ακραίο οφθαλμό αλλά και σε πολλούς πλευρικούς οφθαλμούς (βασιτονία).[/dropcap][/block]
     
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Πολλαπλασιασμός[/bubble]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Μικροπολλαπλασιασμός in vitro[dropcap] Είναι η σύγχρονη τεχνική που επιτρέπει την ταχύτατη παραγωγή φυτών σε ευρεία κλίμακα. Σήμερα και η καρυδιά που είναι δύσκολη περίπτωση, λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας των φυτικών της ιστών σε πολυφαινόλες, μπορεί να παραχθεί με μικροπολλαπλασιασμό ή και με μεριστωματικό πολλαπλασιασμό.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Εμβολιασμοί[dropcap] Η φιλοσοφία του εμβολιασμού είναι να διαλέξουμε το κατάλληλο υποκείμενο πάνω στο οποίο θα εμβολιασθεί η επιθυμητή ποικιλία. Οι εμβολιασμοί διακρίνονται στους ενοφθαλμισμούς και στους εγκεντρισμούς. Οι εμβολιασμοί που επεκράτησαν στην καρυδιά είναι ο ενοφθαλμισμός με πλακίτη (ιδιαίτερα ο εαρινός με βλαστάνοντα οφθαλμό) στο φυτώριο και ο εαρινός Αγγλικός επιτόπιος εγκεντρισμός στο φυτώριο. Ο εμβολιασμός της καρυδιάς είναι πολύ πιο δύσκολος από άλλα καρποφόρα δένδρα και απαιτεί σχολαστική τήρηση ενός πρωτοκόλλου εργασιών για την προετοιμασία του φυτωρίου, των υποκειμένων, των μητρικών δένδρων εμβολιοληψίας και των εμβολιοβλαστών ή των εμβολιοοφθαλμών.[/dropcap] [blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Ενοφθαλμισμοί [/blocknumber] [dropcap] Ο πλακίτης ενοφθαλμισμός και η τεχνική του Εφαρμόζεται σε Γαλλία, ΗΠΑ, Ελλάδα, Ιταλία, με ποσοστό επιτυχίας 60-70%. Από τον εμβολιοφόρο βλαστό, με τη βοήθεια ειδικού εμβολιαστηρίου με δύο παράλληλες λάμες που απέχουν μεταξύ τους 3 cm, αποσπάται πλάκα του φλοιού με διπλό ή απλό μικρό οφθαλμό. Η πλάκα αυτή εφαρμόζεται στον κορμό διετούς υποκειμένου σε θέση που έχει αφαιρεθεί παρομοίων διαστάσεων πλάκα και σε ύψος 20-40 cm από το έδαφος. Δίνεται προσοχή ώστε οι φλοιοί εμβολίου και υποκειμένου να έχουν περίπου το ίδιο πάχος και η πλάκα να εφαρμόσει στο υποκείμενο σφικτά στο πάνω και κάτω μέρος της, ενώ στα πλαϊνά της πλάκας καλύτερα να υπάρχει ένα πολύ μικρό κενό ενός χιλιοστού για να διευκολύνει την εκροή χυμών του υποκειμένου.
    • • Εφαρμογή του πλακίτη με οφθαλμό παρελθόντος έτους (ενεργό ή βλαστάνοντα). Είναι ο κύριος τρόπος εμβολιασμού που εφαρμόζουν οι Έλληνες φυτωριούχοι. Οι οφθαλμοί των βλαστών παρελθόντος έτους έχουν υποστεί διακοπή του λήθαργου τους και είναι ικανοί να βλαστήσουν με την επίδραση ευνοϊκών θερμοκρασιών, γι’ αυτό ονομάζονται και ενεργοί ή βλαστάνοντες οφθαλμοί. Την άνοιξη από μητρικά δένδρα εκλεκτών ποικιλιών καρυδιάς λαμβάνονται καλά ανεπτυγμένοι και καλοψημένοι βλαστοί παρελθόντος έτους, όταν αρχίσει η κυκλοφορία των χυμών, ώστε να είναι δυνατή η απόσπαση της πλάκας με τον εμβολιοφθαλμό, αλλά οπωσδήποτε πριν την διόγκωση των οφθαλμών κάθε ποικιλίας και φυσικά πριν την έναρξη βλάστησής τους. Από τους βλαστούς αυτούς επιλέγονται σχολαστικά από τη βάση τους τα τμήματα βλαστών που φέρουν οφθαλμούς μικρού έως μετρίου μεγέθους και είναι στρωτοί (χωρίς καμπούρα). Οι εμβολιοφόροι αυτοί βλαστοί συσκευάζονται κατάλληλα και συντηρούνται στο ψυγείο σε θερμοκρασία 2οC έως 4οC μέχρι την ημέρα του εμβολιασμού. Όταν την άνοιξη οι νυκτερινές θερμοκρασίες σταθεροποιηθούν πάνω από 10οC εκτελείται ο εμβολιασμός στο φυτώριο σε διετή υποκείμενα.
    • • Εφαρμογή του πλακίτη με οφθαλμό του ιδίου έτους (κοιμώμενο). Οι φυτωριούχοι της Καλιφόρνιας επινόησαν και εφαρμόζουν την εξής τεχνική στα μητρικά δένδρα εμβολιοληψίας: Αργά το καλοκαίρι (Αύγουστο) διαλέγουν, από τα μητρικά φυτά εμβολιοληψίας, βλαστούς με καλή και ψημένη βλάστηση. Στους βλαστούς αυτούς αφήνουν ως έχουν τα φύλλα στο ανώτερο ένα τρίτο περίπου του μήκους κάθε βλαστού, ενώ στα κατώτερα 2/3 του βλαστού αφήνουν σε κάθε οφθαλμό μόνο ένα κομμάτι μίσχο μήκους περίπου 2,5 cm και αφαιρούν το υπόλοιπο σύνθετο φύλλο. Μετά από 2-3 εβδομάδες ο μίσχος στους υγιείς και ώριμους οφθαλμούς πέφτει. Από τη στιγμή που πέφτει ο μίσχος ο οφθαλμός έχει πέσει σε λήθαργο και είναι έτοιμος για εμβολιασμό. Στη συνέχεια εφαρμόζουν τον πλακίτη όπως ήδη έχει περιγραφεί. Ο εμβολιασμός αυτός έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να εφαρμοσθεί σε μονοετή υποκείμενα εφ’ όσον έχουν το κατάλληλο πάχος. Την άνοιξη πριν την έναρξη της βλαστικής περιόδου καρατομούν τα υποκείμενα περίπου 1,5-2 cm πάνω από τη ζώνη εμβολιασμού, ώστε να εκπτυχθούν οι εμβολιοφθαλμοί.
    [/dropcap][blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Εγκεντρισμοί [/blocknumber] [dropcap] Αγγλικός εαρινός επιτόπιος εγκεντρισμός Εφαρμόζεται κυρίως σε ΗΠΑ, με σύνηθες ποσοστό επιτυχίας 70–80%. O Αγγλικός εγκεντρισμός έγκειται στη λοξή λεία τομή του εμβολιοβλαστού και τη χάραξη μιας βαθιάς σχισμής (γλώσσα), που θα γλιστρήσει σε χαραγμένη βαθιά σχισμή σε αντίστοιχη λεία λοξή τομή του υποκειμένου. Είναι προφανές ότι για να υπάρξει καλή εφαρμογή και σύμπτωση των καμβιακών ζωνών, η διάμετρος του εμβολιοβλαστού πρέπει να είναι ίση ή έστω ελαφρώς μικρότερη από τη διάμετρο του υποκειμένου στο σημείο του εγκεντρισμού. Για να είναι εφικτός ο αγγλικός εμβολιασμός η διάμετρος υποκειμένων και εμβολίων πρέπει να είναι τουλάχιστον 1cm και όχι μεγαλύτερη από 2,5 cm.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Πολλαπλασιαστικό Υλικό Ελαχίστων Προδιαγραφών[dropcap] Όταν εγκαθιστά ένας παραγωγός ένα καρυδεώνα, επειδή πρόκειται για μια υπόθεση μακράς διάρκειας και προσπάθειας, είναι πρωταρχικό ζήτημα η εγγυημένη αυθεντικότητα της ποικιλίας, η καλή υγιεινή κατάσταση και η καλή ανάπτυξη των εμβολιασμένων δενδρυλλίων καρυδιάς. Για τους ανωτέρω λόγους ο φυτωριούχος είναι υποχρεωμένος, σύμφωνα με την ισχύουσα Ελληνική και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία να ακολουθεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο μέτρων και εργασιών για την παραγωγή της συγκεκριμένης κατηγορίας ποιότητας πολλαπλασιαστικού υλικού. Σύμφωνα λοιπόν με την ισχύουσα Νομοθεσία ο φυτωριούχος απαγορεύεται να διαθέτει πολλαπλασιαστικό υλικό κατώτερο από την κατηγορία C.A.C., δηλαδή υλικό ελαχίστων προδιαγραφών και στα δενδρύλλια πρέπει να υπάρχουν σχετικές ετικέτες, είτε κατά δένδρο, είτε ομαδικά (δέματα των 5 ή 10 δένδρων). Οι ελάχιστες προδιαγραφές που εγγυάται ο ίδιος ο φυτωριούχος στον παραγωγό στο υλικό C.A.C. καρυδιάς είναι:
    • • H αυθεντικότητα της ποικιλίας και τρόπος εμβολιασμού (πλακίτης, εγκεντρισμός κλπ.).
    • • Tο είδος του υποκειμένου (ο παραγωγός πρέπει να ελέγχει να είναι η Juglans regia δηλαδή η κοινή καρυδιά και όχι μαύρες καρυδιές ή υβρίδια μαύρων καρυδιών, λόγω του ιού CLRV).
    • • Ότι τα δενδρύλλια είναι απαλλαγμένα από ασθένειες καραντίνας.
    • • Η ανάπτυξη του βλαστού του εμβολίου και του ριζικού συστήματος να είναι οι προβλεπόμενες.
    Ο βλαστός να φέρει αρκετούς ζωντανούς οφθαλμούς και μακροσκοπικά να είναι καθαρός, χωρίς ύποπτα μαυρίσματα και σχισμές που υποκρύπτουν προσβολές από βακτήρια. Το ριζικό σύστημα να είναι ζωντανό και μακροσκοπικά χωρίς ύποπτα εξογκώματα που υποκρύπτουν προσβολές από νηματώδεις ή ασθένειες εδάφους. Εκτός του C.A.C. υπάρχει προαιρετικά το C.A.C. “PLUS”, που ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του υλικού C.A.C. και επί πλέον και κάποια ή κάποιες άλλες, που επιβεβαιώνονται με σχετικά πιστοποιητικά από εγκεκριμένα εργαστή- ρια, π.χ. πιστοποιητικό απαλλαγμένο από ιώσεις ή απεντόμωσης.[/dropcap][/block]
     
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="κλίμα"]
    Απαιτήσεις[/bubble]
    [dropcap] Η σημαντική γενετική παραλλακτικότητα μεταξύ των υπαρχουσών ποικιλιών καρυδιάς επιτρέπει την ευδοκίμηση της καλλιέργειάς της σε εύκρατα, σε μεσογειακά και σε υποτροπικά κλίματα. [/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Θερμοκρασία[/blocknumber] [dropcap] Θερμοκρασίες από 23οC έως 32οC, κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου είναι οι πλέον ευνοϊκές για την ανάπτυξη της καρυδιάς. Οι υψηλές θερινές θερμοκρασίες άνω των 42οC σε συνδυασμό με την ηλιακή ακτινοβολία, προκαλούν εγκαύματα στο περικάρπιο των καρπών και συρρίκνωση έως καταστροφή της ψίχας. Όσον αφορά το ανοικτό χρώμα της ψίχας, οι θερινές θερμοκρασίες μέχρι 38οC είναι ανεκτές από όλες τις γνωστές ποικιλίες, ενώ σε 40-42οC αρχίζουν προβλήματα με παραγωγή ενός σημαντικού ποσοστού σκουρόχρωμης ψίχας σε αρκετές ποικιλίες, όπως η Vina και η Pedro. Αν οι θερινές θερμοκρασίες ξεπερνούν αρκετές φορές και για πολλές ημέρες τους 43οC καλύτερα να μην καλλιεργηθεί καρυδιά γιατί θα υπάρχουν μεγάλα ποσοστά σκουρόχρωμης ψίχας και ηλιοκαύματα καρπών. Σύμφωνα με παρατηρήσεις μας από τις καλλιεργούμενες πλαγιόκαρπες ποικιλίες πιο ανθεκτικές στην επίδραση των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, όσον αφορά στο ανοικτό χρώμα της ψίχας, είναι η Chandler, η Ιόλη, η Serr και η Fernor.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Ατμοσφαιρική Υγρασία[/blocknumber] [dropcap] Η αυξημένη ατμοσφαιρική υγρασία (μεγαλύτερη του 80%), κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, ευνοεί την ανάπτυξη μυκητολογικών ασθενειών, ενώ ο συνδυασμός υψηλής ατμοσφαιρικής υγρασίας και υψηλής θερμοκρασίας ευνοεί προσβολές από βακτήρια. Ιδιαίτερα επιζήμια μπορεί να αποβεί η υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας γιατί ευνοεί τις προσβολές των ανθέων από το βακτήριο Xantomonas juglandis.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Γ" color="#FFF" background="#13a13d"] Άνεμοι[/blocknumber] [dropcap] Οι ισχυροί άνεμοι μπορεί να προκαλέσουν τη θραύση βλαστών και κλάδων και μπορεί να είναι καταστροφικοί σε νεαρά δένδρα.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Δ" color="#FFF" background="#13a13d"] Βροχοπτώσεις[/blocknumber] [dropcap] Οι επαρκείς βροχοπτώσεις είναι πολύ σημαντικές γιατί η καρυδιά έχει αυξημένες απαιτήσεις σε εδαφική υγρασία κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Οι παρατεταμένες εαρινές βροχοπτώσεις μετά τη βλάστηση είναι επιζήμιες γιατί ευνοούν τη μεταφορά του βακτηρίου Xantomonas juglandis στο φύλλωμα, στα άνθη και στους νεαρούς καρπούς.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Ε" color="#FFF" background="#13a13d"] Ηλιοφάνεια[/blocknumber] [dropcap]Η καρυδιά είναι δένδρο ιδιαίτερα απαιτητικό σε ηλιοφάνεια. Εσωτερικοί κλάδοι που δεν φωτίζονται επαρκώς ατροφούν και ξηραίνονται.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Έδαφος[dropcap] Η καρυδιά αναπτύσσεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών από τα αμμοπηλώδη έως τα αργιλώδη και σε οξύτητα (pΗ) από 5,0 έως 8,2. Προτιμά πάντως ασβεστολιθικά εδάφη με pΗ από 7,2 έως 7,6. Αποκτά βαθύ και πλούσιο ριζικό σύστημα, γι’ αυτό προτιμά έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, κατά προτίμηση πηλοαργιλώδες, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό. Είναι ευαίσθητη σε υψηλές συγκεντρώσεις Νατρίου (Na), Χλωρίου (Cl), και Βορίου (B). Καταλληλότερες περιοχές κρίνονται οι δροσερές παραποτάμιες, οι πρόποδες λόφων και οροπέδια, πάντα με την προϋπόθεση ότι οι περιοχές δεν είναι θύλακες υγρασίας.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Νερό[dropcap] Η καρυδιά είναι απαιτητική σε εδαφική υγρασία και στις κλιματικές συνθήκες της χώρας μας, για να είναι αποδοτική η καλλιέργειά της, τους θερινούς μήνες είναι απαραίτητη η άρδευση και μάλιστα με νερό καλής ποιότητας. Η έλλειψη νερού μειώνει την παραγωγή και την ποιότητα των καρπών, γιατί επιδρά άμεσα στο μέγεθος καρπού, στο βάρος καρπού, στο ποσοστό και στο χρώμα της ψίχας.[/dropcap][/block]
     
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Υποκείμενα[/bubble]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Εγγενή υποκείμενα της κοινής καρυδιάς[dropcap] Είναι τα υποκείμενα που προέρχονται από σπόρους της κοινής καρυδιάς και χρησιμοποιούνται περισσότερο σ’ όλες τις χώρες που καλλιεργείται η καρυδιά, λόγω της ανεκτικότητάς της στον ιό Cherry leaf roll. Στην Ελλάδα οι φυτωριούχοι χρησιμοποιούν για υποκείμενα καρύδια από επιλεγμένα δένδρα ζωηρής βλάστησης.[/dropcap][dropcap] Στο Σταθμό Γεωργικής Έρευνας Βαρδατών (ΣΓΕΒ) διατίθενται στους φυτωριούχους εμβόλια για τη δημιουργία μητρικών δένδρων υποκειμένων της πρώιμης Ελληνικής επιλογής FM-16 και της όψιμης Γαλλικής ποικιλίας Lozeronne. Τα καρύδια της FM-16 έχουν μέσο βάρος 12- 13g, παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό φυτρώματος και δίνουν φυτά αρκετά ομοιόμορφα, με ζωηρή δύναμη βλάστησης και πρώιμη έναρξη βλάστησης. Τα καρύδια της Lozeronne έχουν μέσο βάρος 9-10 g, παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό φυτρώματος και δίνουν φυτά ομοιόμορφα με ζωηρή δύναμη βλάστησης και με όψιμη έναρξη βλάστησης.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Αγενή υποκείμενα της κοινής καρυδιάς[dropcap] Παλαιότερα τα αγενή υποκείμενα πολλαπλασιαζόταν με έριζες παραφυάδες, ενώ σήμερα έχει επικρατήσει ο μικροπολλαπλασιασμός και σαν υλικό χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά επιλογές με πολύ καλή έως πολύ ζωηρή βλάστηση της κοινής καρυδιάς, λόγω της ανεκτικότητάς της στον ιό Cherry leaf roll. Οι Γάλλοι αξιολόγησαν ζωηρής και πολύ ζωηρής βλάστησης επιλογές καρυδιάς (Juglans regia L.), για υποκείμενα πλαγιοκάρπων ποικιλιών. Από τις αξιολογηθείσες ζωηρές επιλογές παράγουν με μικροπολλαπλασιασμό και διαθέτουν τα υποκείμενα Liba (RG2), Noba (RG12) και Chereva (RG15).[/dropcap][/block]
  •  
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Εισαγωγή [/bubble][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]
     
    [dropcap] Η γνωστοποίηση της ευεργετικής δράσης των καρυδιών στην ανθρώπινη υγεία, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη γευστικότητα της ψίχας τους, είχε σαν αποτέλεσμα την αλματώδη αύξηση της ζήτησης καρυδιών παγκοσμίως. Πράγματι πολλές ερευνητικές εργασίες κατέδειξαν ότι το καρύδι έχει ένα εξαιρετικό συνδυασμό ακόρεστων λιπαρών οξέων, φαινολικών οξέων, βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων και ότι η συστηματική κατανάλωση καρυδόψιχας καλής ποιότητας μειώνει δραστικά την κακή χοληστερόλη, παρουσιάζει ισχυρή αντιοξειδωτική ικανότητα, δρα προστατευτικά σε καρδιαγγειακές παθήσεις και στην πρόληψη της στεφανιαίας νόσου, έχει αντικαρκινική προληπτική δράση και παρουσιάζει θετική δράση στη δίαιτα ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη.[/dropcap][dropcap] Η καρυδιά είναι δένδρο μεγάλης φωτοσυνθετικής ικανότητας και για να την εκδηλώσει με υψηλές παραγωγές απαιτεί μεγάλη ηλιοφάνεια με κατάλληλες θερμοκρασίες, που τους θερινούς μήνες να μην υπερβαίνουν τους 38οC. Παράλληλα οι χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες (κάτω από 7οC) πρέπει να επαρκούν για την ικανοποιητική διακοπή του λήθαργου των ποικιλιών.[/dropcap][dropcap] Το καλοκαίρι απαιτεί άρδευση με σχετικά μεγάλες ποσότητες νερού καλής ποιότητας και προτιμά ελαφρώς αλκαλικά ασβεστολιθικά, βαθιά αποστραγγιζόμενα εδάφη.[/dropcap][dropcap] Η κυριότερη ασθένεια των καρπών είναι η βακτηρίωση (Xanthomonas campestris), ενώ των φύλλων η ανθράκωση (μύκητας Gnomonia leptostyla).[/dropcap][dropcap] Ο κυριότερος εχθρός των καρπών είναι το λεπιδόπτερο καρπόκαψα (Cydia pomonella) και κυριότεροι εχθροί του φυλλώματος είναι οι αφίδες και οι τετράνυχοι.[/dropcap][dropcap] Η βιολογική καλλιέργεια είναι εφικτή στην καρυδιά και είναι πιο εύκολη στις ορεινές περιοχές, λόγω μικρότερης δραστηριότητας της καρπόκαψας.[/dropcap][dropcap] Η Ελλάδα σε πολλές ορεινές και ημιορεινές περιοχές συνδυάζει μεγάλη ηλιοφάνεια με ευνοϊκές θερμοκρασίες για την καρυδιά και έχει ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας και ποιότητας για παγκοσμίως ανταγωνιστική καλλιέργεια. Θεμελιώδης παράγοντας επιτυχίας της εκμετάλλευσης είναι η εκλογή, στις κλιματικές και εδαφικές συνθήκες της περιοχής, της κατάλληλης ποικιλίας.[/dropcap][dropcap] Η μηχανοποίηση του κύκλου εργασιών: συγκομιδή, αποφλοίωση, ξήρανση, διαλογή, ενισχύει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των εκμεταλλεύσεων.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Παγκόσμια Παραγωγή & Εμπορία [/bubble][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]
     
    [dropcap] Η ζώνη καλλιέργειας της καρυδιάς βρίσκεται και στα δύο ημισφαίρια σε γεωγραφικό πλάτος μεταξύ 30ο και 45ο, όμως ο κύριος παραγωγός είναι το βόρειο ημισφαίριο, στο οποίο παράγεται περισσότερο από το 95% των καρυδιών του πλανήτη.[/dropcap][dropcap] Η παγκόσμια παραγωγή καρυδιών, σύμφωνα με τα στοιχεία της FAOSTAT, από 1.300.000 μετρικούς τόνους το 2001, παρουσίασε αλματώδη αύξηση (261%) και ανήλθε το 2011 σε 3.400.000 μετρικούς τόνους .[/dropcap][dropcap] Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών τη μεγαλύτερη παραγωγή έχουν η Ρουμανία και η Γαλλία, η οποία παράγει καρύδια υψηλής ποιότητας.[/dropcap][dropcap] Η Κίνα, το Ιράν και η Τουρκία, παρ’ ότι παρουσιάζουν σημαντική παραγωγή , δεν πραγματοποιούν σημαντικές εξαγωγές. [/dropcap][dropcap]Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς είναι οι Η.Π.Α. που το 2011 εξήγαγαν 119.000 τόνους καρύδια με κέλυφος και 81.000 τόνους καρυδόψιχα και κυριολεκτικά κυριαρχούν στις εξαγωγές, αφού το 2011 η πρώτη στην παραγωγή Κίνα εξήγαγε 25.000 τόνους καρύδια με κέλυφος και 8.000 τόνους καρυδόψιχα, αλλά ταυτόχρονα εισήγαγε 48.000 τόνους καρύδια με κέλυφος.[/dropcap][dropcap] Οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς καρυδιών το 2011 ήταν: η Ιταλία, η Τουρκία, η Ισπανία, το Μεξικό και η Γερμανία, ενώ οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς καρυδόψιχας ήταν: η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Ν. Κορέα, ο Καναδάς και η Αγγλία.[/dropcap][dropcap] Η Ελλάδα, έχει μια σημαντική παραγωγή καρυδιών που την κατατάσσει παγκοσμίως στην ενδέκατη θέση στην παραγωγή καρυδιών και στην Ε.Ε. τρίτη μετά τη Ρουμανία και τη Γαλλία. Το 2011 παρ’ ότι πραγματοποίησε ρεκόρ παραγωγής με 29.800 μετρικούς τόνους καρύδια, εισήγαγε περίπου 2.500 τόνους καρυδόψιχας.[/dropcap][dropcap] Είναι προφανές ότι η ανάπτυξη της καλλιέργειας περνά από την ύπαρξη μεγαλυτέρου μεγέθους εκμεταλλεύσεων, την επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας και τη μεγαλύτερη μηχανοποίηση της καλλιέργειας, ενώ η καλύτερη εμπορία περνά από τη συγκέντρωση του προϊόντος από συνεταιρισμούς ή εταιρείες παραγωγής-εμπορίας.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Βοτανική Κατάταξη [/bubble][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]
     
    [dropcap] Το καλλιεργούμενο είδος καρυδιάς είναι η Βασιλική ή κοινή Καρυδιά, είναι δένδρο φυλλοβόλο, μεγάλου σχετικά μεγέθους, αγγειόσπερμο, δικοτυλήδονο, που ταξινομείται βοτανικά στην οικογένεια Juglandaceae, γένος Juglans L., υπογένος Dioscaryon, είδος Juglans regia L. Ο καρπός είναι δρύπη με εδώδιμο μέρος το σπέρμα (ψίχα).[/dropcap][dropcap] Όλα τα είδη του γένους Juglans L., είναι διπλοειδή με 32 (2χ=32) χρωμοσώματα.[/dropcap][dropcap] Η οικογένεια: Juglandaceae περιέχει 4 γένη: Juglans L., Carya Nutt, Pterocarya Kunth και Platocarya Sleb και Zucc. Το γένος Juglans L., περιέχει τα παρακάτω 4 υπογένη:[/dropcap]
    1. • Υπογένος Dioscaryon. Περιλαμβάνει μόνο ένα είδος, την καλλιεργούμενη καρυδιά Juglans regia L., γνωστή σαν κοινή ή Βασιλική Καρυδιά με άλλα συνώνυμα Περσική ή Αγγλική Καρυδιά.
    2. • Υπογένος Trachycaryon (λευκή καρυδιά). Περιλαμβάνει ένα είδος το Juglans cinerea, γνωστό ως Butternat, απαντάται στις Η.Π.Α. Η ψίχα είναι εδώδιμη αλλά χωρίς οικονομικό ενδιαφέρον.
    3. • Υπογένος Cardiocaryon (τεφρόχροες καρυδιές). Περιλαμβάνει τα εξής τρία είδη, ιθαγενή της κεντρικής και ανατολικής Ασίας:
      •     – J. mantshyrica Maxim, αυτοφύεται στη Μαντζουρία, είναι ανθεκτική στο κρύο.
      •     – J. cathayensis Dode, αυτοφύεται στη Κίνα, προσαρμόζεται σε θερμότερες περιοχές.
      •     – J. ailantifolia Carr. (ή J. sieboldiana Maxim) είναι η ιαπωνική καρυδιά, καρποφορεί σε βότρεις των 12-20 καρυδιών, παράγει σκληροκέλυφους καρπούς.
    4. •Υπογένος Rhysocaryon (μαύρες καρυδιές). Περιλαμβάνει 16 είδη ιθαγενή της Αμερικής. Τονίζεται ότι όλες οι μαύρες καρυδιές παρουσιάζουν υπερευαισθησία στον ιό CLRV με αποτέλεσμα να νεκρώνουν τους ιστούς τους για να εμποδίσουν την είσοδο του ανωτέρω ιού. Τα δυο σπουδαιότερα είδη μαύρης καρυδιάς είναι:
      •     – Juglans nigra L.: Φτάνει σε ύψος τα 25-40 m και είναι ανθεκτικό στο ψύχος, ενώ είναι ευαίσθητο στους νηματώδεις και στη χλώρωση σιδήρου. Προτιμά εδάφη όξινα και δεν ευδοκιμεί σε αλκαλικά ασβεστολιθικά εδάφη.
      •     – Juglans hindsii Jeps: Αυτοφυές στη Βόρεια Καλιφόρνια. Το δένδρο φτάνει σε ύψος τα 20-30 m. Είναι ευαίσθητο στη χλώρωση σιδήρου, στο Agrobacterium tumefaciens και στις φυτόφθορες. 
    [/block][/col] [/row]
  •  
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Συγκομιδή [/bubble]
     
    [dropcap] Το καρύδι είναι φυσιολογικά ώριμο, από τη στιγμήπου τα διαφράγματα της ψίχας αποκτούν καστανό χρώμα.Πρακτικά η συγκομιδή αρχίζει όταν σε ποσοστό περίπου 80% των καρπών δημιουργηθούν ρωγμές στο περικάρπιο. Στο στάδιο αυτό η υγρασία της νωπής ψίχας κυμαίνεται από 40% έως 50%. Για να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητας του καρπού, είναι θεμελιώδες η συγκομιδή, η αποφλοίωση και η ξήρανση των καρυδιών να γίνεται το γρηγορότερο δυνατό μετά από τη φυσιολογική τους ωρίμανση.[/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Ραβδισμός[/blocknumber][dropcap] Είναι ο παραδοσιακός τρόπος συγκομιδής των καρυδιών. Το τίναγμα των καρπών γίνεται με τη χρησιμοποίηση καταλλήλων ράβδων φτιαγμένων από διάφορα ελαφρά υλικά, όπως καλάμια, μπαμπού, ξύλο, αλουμίνιο κλπ. Την τελευταία εικοσαετία χρησιμοποιούνται επιτυχώς διάφοροι τύποι μικρών ραβδιστικών μηχανημάτων. Οι ειδικοί ράβδοι μπορεί να είναι από ανθρακόνημα ή αλουμίνιο, που στην άκρη φέρουν μαλακές βέργες από καουτσούκ, που εκτελούν παλμικές κινήσεις και λειτουργούν με επαναφορτιζόμενες μπαταρίες.[/dropcap]
     
    [blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Μηχανική Δόνηση[/blocknumber][dropcap] Σήμερα οι δονητές κορμού έχουν εξελιχθεί πολύ και δε δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα στον κορμό και το ριζικό σύστημα των δένδρων που έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 10 ετών. Η διάρκεια δόνησης είναι πέντε (5) δευτερόλεπτα και η απόδοση των δονητών κυμαίνεται από 30 έως 60 δένδρα την ώρα. Η συγκομιδή εφαρμόζεται όταν το 80% περίπου των καρυδιών έχουν ραγισμένο περικάρπιο. Η δόνηση είναι αποτελεσματική όταν οι καρποί φέρονται σε κλαδιά που ευρίσκονται εντός του χώρου ταλάντωσης που δημιουργεί ο δονητής.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Μηχανική Αποφλοίωση και Πλύση Καρυδιών[dropcap] Η αφαίρεση του πράσινου περιβλήματος των καρυδιών πρέπει να γίνει γρήγορα μετά τη συγκομιδή του καρπού και αμέσως μετά να ακολουθήσει η ξήρανση, ώστε να μην παρουσιαστεί υποβάθμιση ποιότητας. Η εργασία της αποφλοίωσης σήμερα δεν αποτελεί πρόβλημα διότι γίνεται γρήγορα, αποτελεσματικά και οικονομικά με τη χρησιμοποίηση αποφλοιωτήρων-πλυντηρίων, που κατασκευάζονται σε προσιτές τιμές και στη χώρα μας.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Αποφλοιωτήρες οριζοντίου τύπου[/blocknumber][dropcap] Είναι οι κλασικοί αποφλοιωτήρες-πλυντήρια καρυδιών, χρησιμοποιήθηκανστη Γαλλία πριν από το 1960 και αποτελούνται από ένα οριζόντιο άξονα με ελαστικά πτερύγια περιστρεφόμενο μέσα σε κυλινδρικό πλέγμα από μεταλλικές ράβδους.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Αποφλοιωτήρες καθέτου τύπου[/blocknumber][dropcap] Ένας τύπος απο φλοιωτήρα-πλυντηρίου απλός και αποτελεσματικός άρχισε να χρησιμοποιείται με επιτυχία από το 1990, είναι κατασκευασμένος από ανοξείδωτο μέταλλο και φέρει κάθετα προς το δάπεδο ένα κυλινδρικό κάδο υποδοχής καρυδιών με περιστρεφόμενο κυκλικό πυθμένα. Στα εσωτερικά τοιχώματα του κυλίνδρου υπάρχουν στερεωμένα αιχμηρά ελάσματα, τα οποία με την περιστροφή του πυθμένα υποδέχονται τους καρπούς και σχίζουν και απομακρύνουντο πράσινο περικάρπιο τους. Στο ανώτερο στόμιο του κάδου υπάρχουν σωληνώσεις από τις οποίες διοχετεύεται το απαιτούμενο νερό (επαρκεί παροχή απλής βρύσης), στοεσωτερικό του για την ταυτόχρονη πλύση των καρυδιών.[/dropcap][/block]
     
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Ξήρανση [/bubble]
     
    [dropcap] Η ξήρανση γίνεται είτε παραδοσιακά με έκθεση στον ήλιο είτε με ξηραντήριο. Ακόμη και τα καρύδια του ίδιου δένδρου έχουν διαφορετικό βαθμό υγρασίας, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στην ομοιόμορφη ξήρανση.Σημειώνεται ότι το κέλυφος του καρυδιού έχει υψηλότερο ποσοστό υγρασίας και πριν και μετά την ξήρανση.[/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Ξήρανση με έκθεση στον ήλιο[/blocknumber][dropcap] Συνήθως, οι κλιματικές συνθήκες (θερμοκρασία, υγρασία) της Ελλάδας είναι ευνοϊκές για την ξήρανση των καρυδιών και ιδιαίτερα των ποικιλιών που συγκομίζονταιμέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Η ξήρανση αρχίζει αμέσως μετά την αποφλοίωση καιτο ταυτόχρονο πλύσιμο των καρυδιών. Η διάρκεια αυτή της ξήρανσης με ευνοϊκές συνθήκες διαρκεί 4-6 ημέρες και επιτυγχάνεται υγρασία στο καρύδι με κέλυφος μεταξύ 7 και 11%.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Ξηραντήρια[/blocknumber][dropcap] Η χρήση των ξηραντηρίων δίνει οριστική λύση και πλεονεκτεί στο ότι εξοικονομούνται εργατικά χέρια και διασφαλίζεται κάτω από όλες τις συνθήκες η ποιότητα της παραγωγής. Για καλή ξήρανση των καρυδιών και εξασφάλιση της ποιότητας πρέπει:
    • • Για ομοιόμορφη ξήρανση, το ύψος του στρώματος των καρυδιών στο χώρο ξήρανσης να μην υπερβαίνει τα 80 εκατοστά.
    • • Παροχή ισχυρού ρεύματος θερμού αέρα, περίπου 1500κυβικών μέτρων την ώρα, ανά τετραγωνικό μέτρο πυθμένα ξηραντηρίου.
    • • Η καλύτερη θερμοκρασία του ρεύματος θερμού αέρα,για τη διατήρηση της ποιότητας, είναι στους 30οC και να μην ξεπερνά τους 32οC.
    • • Κατά κανόνα όσο υψηλότερη από τους 32οC είναι η θερμοκρασία ξήρανσης τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος αλλοίωσης της γεύσης της ψίχας και ιδιαίτερα σε ευαίσθητες ποικιλίες.
    [/dropcap] [dropcap]Ξηραντήριο με κεκλιμένο ψευδοπυθμένα. Ο τύπος αυτός κατασκευάστηκε στην Γαλλία και αποτελείται απόένα ή περισσότερα κελιά με κεκλιμένο ψευδοπυθμένα,από μεταλλικό συνήθως πλέγμα. Οι διαστάσεις κάθε κελιού είναι περίπου 0,80 m ύψος, 1 m πλάτος και 1,2 m μήκος. Τα καρύδια διοχετεύονται από το πάνω μέρος του κελιού και συγκρατούνται από το πλέγμα του ψευδοπυθμένα που έχει μία κλίση ανάλογα με τον τύπο από 45% έως 55%, έτσι ώστε να διευκολύνεται το άδειασμά τους κατευθείαν σε μεταφορική ταινία ή σάκους. Η παροχή ρεύματος αέρα πρέπει να είναι τουλάχιστον 1200 κυβικών μέτρων την ώρα ανά τετραγωνικό μέτρο πυθμένα ξηραντηρίου. Ανάλογα με τις ποσότητες καρυδιών της εκμετάλλευσης υπολογίζονται και οι διαστάσεις του ξηραντηρίου. Ο τύπος του ξηραντηρίου με κεκλιμένο ψευδοπυθμένα δίνει πολύ καλά αποτελέσματα και σε σύγκριση με τους άλλους τύπους ξηραντηρίων είναι πιο απλός και έχει φθηνότερο κόστος κατασκευής. Κατασκευάζεται στη χώρα μας σε προσιτές τιμές, σε διαστάσεις ανάλογα με τις ανάγκες της εκμετάλλευσης.[/dropcap][dropcap]Ξηραντήριο τύπου Curtis ή Πύργος ξήρανσης. Το ξηραντήριο αυτού του τύπου απαιτεί μεγάλου μήκους αναβατόρια και μεταφορικούς ιμάντες και έχει υψηλό κόστος κατασκευής.Ξηραντήριο τύπου τούνελ. Αυτός ο τύπος ξηραντηρίου έχει συγκριτικά μεγαλύτερο κόστος κατασκευής, αλλά λειτουργικά είναι οικονομικότερος και πολύ αποτελεσματικός.[/dropcap][dropcap] Ξηραντήριο Καπνού. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για την ξήρανση των καρυδιών, με ρύθμιση θερμοκρασίας (32οC), υγρασίας στο ελάχιστο, ισχυρό ρεύμα αέρα και χαμηλό ύψος καρυδιών σε τελάρα.[/dropcap][/block]
     
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Συντήρηση Καρυδιών [/bubble]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [dropcap] Απαραίτητη προϋπόθεση για την καλή συντήρηση των καρυδιών είναι η επαρκής ξήρανση, ώστε το ποσοστό υγρασίας τους να είναι 8-10%. Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα ανωτέρω ποσοστά υγρασίας είναι ασφαλή για να προστατέψουν την ψίχα από μυκητολογικές προσβολές. Οι παραγωγοί κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την ξήρανση μέχρι τα μέσα Μαρτίου συντηρούν τα καρύδια σε καλά αεριζόμενες αποθήκες. Η θερμοκρασία της απο- θήκης είναι επιθυμητό να διατηρείται κάτω από 15οC και η σχετική υγρασία κάτω από 65%.[/dropcap][dropcap] Λόγω της αναπνοής του εμβρύου του καρπού και της μεγάλης ποσότητας λαδιού που περιέχουν οι κοτυληδόνες, κατά τη συντήρηση υπόκεινται βαθμιαία σε οξείδωση (τάγγισμα) των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, με αποτέλεσμα τη διάσπασή τους σε ελεύθερα λιπαρά οξέα δυσάρεστου οσμής και γεύσης. Η οξείδωση επιταχύνεται από υψηλή θερμοκρασία και υψηλή υγρασία.[/dropcap][dropcap] Τα καρύδια συντηρούνται πάντα καλύτερα με κέλυφος παρά ως ψίχα. Η συντήρηση των καρυδιών με κέλυφος, γίνεται σε ψυγεία στους 1οC έως 4οC και σε σχετική υγρασία 50-70%, όπου διατηρούνται περισσότερο από 12 μήνες.[/dropcap][/block]
  •  
    [row] [col class="span12"] [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="Θρεπτικά Ανόργανα Στοιχεία"]
    Θρέψη & Λίπανση [/bubble]
     
    [dropcap] Η ορθολογική λίπανση των καλλιεργειών αυξάνει τις αποδόσεις τους και βελτιώνει την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων. Το άζωτο (Ν), ο φώσφορος (Ρ) και το κάλλιο (Κ) χρησιμοποιούνται από τα φυτά σε μεγάλες ποσότητες και γι’ αυτό ονομάζονται βασικά στοιχεία ή μακροστοιχεία. Το ασβέστιο (Ca), το μαγνήσιο (Mg) και το θείο (S) χρησιμοποιούνται σε μικρότερες ποσότητες και ονομάζονται δευτερεύοντα στοιχεία ή μικροστοιχεία. Ο σίδηρος (Fe), ο χαλκός (Cu), το μαγγάνιο (Mn), ο ψευδάργυρος (Zn) και το βόριο (B) χρησιμοποιούνται σε πολύ μικρές ποσότητες (30 έως 80 μέρη στο εκατομμύριο) και ονομάζονται ιχνοστοιχεία και δύο ακόμη το μολυβδαίνιο (Mo) και το κοβάλτιο (Co) χρησιμοποιούνται σε ακόμη μικρότερες ποσότητες. [/dropcap] [/col] [/row]
     
    [row][col class="span6"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [blocknumber type="circle" text="N" color="#FFF" background="#13a13d"] Άζωτο[/blocknumber][dropcap] Η καρυδιά είναι δένδρο απαιτητικό σε άζωτο. Υπενθυμίζεται ότι οι κριτικές ανάγκες της καρυδιάς σε άζωτο είναι στα στάδια: της ανθοφορίας (οι μεγαλύτερες), της καρπόδεσης, της πρώτης ανάπτυξης των καρπών και στο στάδιο του γεμίσματος της ψίχας των καρυδιών.[/dropcap][dropcap] Η έλλειψη αζώτου στην καρυδιά έχει επίδραση στην ποσότητα της παραγωγής, στην ποιότητα των καρπών και στη βλάστηση του δένδρου. Όταν είναι έντονη εκδηλώνεται με κιτρίνισμα των φύλλων, έλλειψη ευρωστίας, μικρό μέγεθος φύλλων, περιορισμένη ετήσια βλάστηση, αποξήρανση κλαδίσκων, μειωμένη καρπόδεση και παραγωγή και με μικρότερα και όχι καλά γεμισμένα καρύδια. Από την άλλη πλευρά η κατάχρηση της λίπανσης με άζωτο εκδηλώνεται με υπερβολική ανάπτυξη της βλάστησης σε βάρος της καρποφορίας, ενώ παρουσιάζονται και περισσότερες προσβολές από ασθένειες και εχθρούς. [/dropcap][dropcap]Η επιλογή του κατάλληλου αζωτούχου λιπάσματος γίνεται με βάση το pH του εδάφους. Αζωτούχος λίπανση φυτειών σε πλήρη παραγωγή: 14-16 λιπαντικές μονάδες (Ν) στο στρέμμα, κάθε χρόνο, σε τρεις (3) δόσεις.
    • 1η δόση: τα 3/5 ή τα 4/6 της συνολικής ποσότητας
      (στις αρχές Μαρτίου)
    • 2η δόση: το 1/5 ή το 1/6 της συνολικής ποσότητας
      (μετά την καρπόδεση, το πρώτο 15ήμερο του Μαΐου, για να ευνοηθεί η αύξηση του καρπού)
    • 3η δόση: το 1/5 ή το 1/6 της συνολικής ποσότητας
      (από 15 Ιουλίου, για να ευνοηθεί το γέμισμα της ψίχας)
    [/dropcap] [/block] [/col]
    [col class="span6"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] [blocknumber type="circle" text="P" color="#FFF" background="#13a13d"] Φώσφορος[/blocknumber]
    [dropcap]Σε σχέση με το άζωτο, απορροφάται σε πολύ μικρότερες ποσότητες, περίπου 1:7. Η περιεκτικότητα του φωσφόρου είναι μεγαλύτερη στους νέους ιστούς, ενώ οι ηλικιωμένοι ιστοί περιέχουν λιγότερη ποσότητα φωσφόρου. Υπενθυμίζεται ότι ο φώσφορος δεσμεύεται πολύ από την άργιλο του εδάφους, γι’ αυτό τα φωσφορούχα λιπάσματα είναι καλύτερα να τοποθετούνται σε βάθος 25-30 cm για να είναι πιο εύκολα στη διάθεση των ριζών, αλλιώς ο φώσφορος δεσμεύεται επιφανειακά και δεν αξιοποιείται από τα δένδρα. [/dropcap][dropcap]Προσθήκη φωσφόρου στο έδαφος είναι καλύτερα να γίνεται το φθινόπωρο. Φωσφορική λίπανση φυτειών σε πλήρη παραγωγή: Συνιστάται η εφάπαξ προσθήκη φωσφόρου στην περίπτωση ανεπαρκούς εφοδιασμού του εδάφους πριν την εγκατάσταση της φυτείας, με ενσωμάτωση σε όλο τον οπωρώνα, με συνήθη δόση: 20 λιπαντικές μονάδες (P2O5)/στρέμμα. Σε πλήρη παραγωγή συνιστάται, σαν μέση λίπανση, ποσότητα 4-6 λιπαντικές μονάδες φωσφόρου (P2O5) στο στρέμμα, κάθε χρόνο από φθινόπωρο μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, με προτιμότερο χρόνο εφαρμογής το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου. Πολύ καλή εφαρμογή είναι να τοποθετείται το φωσφορικό λίπασμα και στη συνέχεια να σκεπάζεται σε αυλακιά βάθους 25-30 cm, μεταξύ των γραμμών των δένδρων, στο μέσον τους και παράλληλα προς αυτές. Η δόση μπορεί να αυξηθεί ώστε η φωσφορική λίπανση να γίνεται κάθε δύο ή τρία έτη. Κατά κανόνα η προσθήκη των φωσφορικών λιπασμάτων συνδυάζεται με την προσθήκη των καλιούχων λιπασμάτων. [/dropcap] [/block] [/col] [/row]
     
    [row] [col class="span4"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][blocknumber type="circle" text="K" color="#FFF" background="#13a13d"] Κάλιο [/blocknumber][dropcap]Είναι στοιχείο απαραίτητο σε μεγάλες ποσότητες για την καλή ανάπτυξη των φυτών και ευνοεί την ποσότητα, το βάρος, το χρωματισμό και γενικά την ποιότητα των καρπών. Ο κύριος ρόλος του καλίου στα φυτά είναι η καλή κατανομή των παραγομένων υδατανθράκων σε φυτικά όργανα και ιστούς.[/dropcap][dropcap] Tα περισσότερα ελληνικά εδάφη θεωρούνται πλούσια σε κάλιο και παρέχουν στα δένδρα τις απαιτούμενες για τη διατροφή τους ποσότητες. Η καρυδιά έχει την ικανότητα να αποσπά επαρκείς ποσότητες καλίου, από εδάφη που δεσμεύουν το κάλιο, αρκετά πιο αποτελεσματικά σε σύγκριση με πολλά άλλα είδη δένδρων. Συνιστάται η εφάπαξ προσθήκη καλίου στην περίπτωση ανεπαρκούς εφοδιασμού του εδάφους πριν την εγκατάσταση της φυτείας, με ενσωμάτωση σε όλο τον οπωρώνα με συνήθη δόση 40 λιπαντικές μονάδες (Κ2Ο)/στρέμμα.[/dropcap][dropcap] Σε πλήρη παραγωγή συνιστάται, σα μέση λίπανση, ποσότητα 10-16 λιπαντικές μονάδες καλίου (Κ2O) στο στρέμμα, κάθε χρόνο από φθινόπωρο μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, με προτιμότερο χρόνο εφαρμογής το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου. Κατά κανόνα η προσθήκη των καλιούχων λιπασμάτων συνδυάζεται με την προσθήκη των φωσφορικών λιπασμάτων. Πολύ καλή εφαρμογή είναι να τοποθετείται μαζί με το φωσφορικό λίπασμα σε αυλακιά βάθους 25-30 cm, μεταξύ των γραμμών των δένδρων και παράλληλα προς αυτές. Η δόση μπορεί να αυξηθεί ώστε η ανωτέρω λίπανση να γίνεται κάθε δύο ή τρία έτη.[/dropcap][/block][/col]
     
    [col class="span8"][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][blocknumber type="circle" text="Τ" color="#FFF" background="#13a13d"]Τροφοπενίες[/blocknumber]
    [dropcap]Η καρυδιά δεν παρουσιάζει εύκολα συμπτώματα από τροφοπενίες στα φύλλα. Από τις τροφοπενίες που παρατηρούνται συγκριτικά πιο συχνά στην Ελλάδα είναι του βορίου, ψευδαργύρου, καλίου και αζώτου.[/dropcap][dropcap] Έλλειψη βορίου. Είναι απαραίτητο στην κυτταροδιαίρεση των φυτών. Απαιτείται προσοχή στη θεραπευτική δοσολογία, γιατί μεγαλύτερες ποσότητες βορίου σε μέτριες τροφοπενικές καταστάσεις προκαλούν ζημιές στα δένδρα που εκδηλώνονται με ξηράνσεις στις κορυφές των φύλλων και των νεαρών βλαστών. Η αντιμετώπιση της έλλειψης βορίου γίνεται με την προσθήκη, κατά τα τέλη του χειμώνα, 150 g βόρακα ανά δένδρο κάθε δύο χρόνια.[/dropcap][dropcap] Έλλειψη ψευδαργύρου. Παρουσιάζεται στην αρχή σε λιγότερους και στη συνέχεια σε περισσότερους κλάδους μικροφυλλία, συστροφή του ελάσματος και έκπτυξη πολλών βλαστών πέριξ και κάτω του ακραίου βλαστού του κλάδου, που δίνουν στην κορυφή του κλάδου την όψη μιας άναρχης βλάστησης με μορφή τούφας. Όταν η έλλειψη δεν είναι σοβαρή, τότε παρουσιάζονται φύλλα με μικρό μέγεθος και πιο μικρό καρπό. Τα φύλλα τον Ιούνιο αρχίζουν να κιτρινίζουν και να συστρέφονται. Σε σοβαρές περιπτώσεις αναπτύσσονται μόνο μικρά κίτρινα φύλλα και παρουσιάζεται νέκρωση της κορυφής των βλαστών που επεκτείνεται κάθε χρόνο και περιορίζει την ανάπτυξη των δένδρων.[/dropcap][dropcap] Έλλειψη καλίου. Παρουσιάζεται με χλώρωση της περιφέρειας του ελάσματος του φύλλου, η οποία είναι συνήθως χαρακτηριστικά μεγαλύτερη από τη μια πλευρά του φύλλου. Στη συνέχεια οι χλωρωτικές περιοχές παίρνουν ένα χαρακτηριστικό μπρούτζινο χρώμα. Διορθώνεται αποτελεσματικά με προσθήκη καλιούχων λιπασμάτων.[/dropcap][dropcap] Έλλειψη αζώτου. Εκδηλώνεται με χαρακτηριστική χλώρωση όλης της επιφάνειας του φύλλου με παράλληλη μείωση του μεγέθους του. Διορθώνεται αποτελεσματικά με προσθήκη αζωτούχων λιπασμάτων.[/dropcap][dropcap] Τοξικότητα από περίσσεια στοιχείων. Η καρυδιά παρουσιάζει εύκολα τοξικά φαινόμενα στα φύλλα από περίσσεια χλωρίου και βορίου.[/dropcap][dropcap] Περίσσεια χλωρίου. Εκδηλώνεται με χλώρωση και στη συνέχεια ξήρανση της περιφέρειας του ελάσματος του φύλλου. Η χλώρωση είναι πιο έντονη στην άκρη του ελάσματος και είναι αρκετά ομοιόμορφη και χαρακτηριστική. [/dropcap][dropcap]Περίσσεια βορίου. Εκδηλώνεται με ακανόνιστη και διάχυτη χλώρωση της άκρης του ελάσματος καθώς και των μεσονευρίων τμημάτων του ελάσματος των φύλλων. Στη συνέχεια στη χλωρωτική επιφάνεια του ελάσματος εμφανίζονται διάχυτες ορφνές κηλίδες και ξηράνσεις.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Κλάδεμα διαμόρφωσης[/bubble]
     
    [dropcap] Το κλάδεμα διαμόρφωσης σχήματος επηρεάζει την παραγωγικότητα του δένδρου, την ποιότητα των καρπών, τις αποστάσεις φύτευσης και τη μηχανική συγκομιδή. Οι ακρόκαρπες ποικιλίες έχουν μέση έως ζωηρή βλάστηση, με αραιή ή μέση κλαδοφυία, ορθόκλαδη ή ημιορθόκλαδη όψη δένδρου και μεγαλύτερες διαστάσεις κόμης από τις πλαγιόκαρπες. Οι πλαγιόκλαδες ποικιλίες χαρακτηρίζονται από αδύνατη έως μέση βλάστηση, υψηλό βαθμό κλαδοφυίας, ημιπλαγιόκλαδη όψη και μικρότερες διαστάσεις κόμης από τις ακρόκαρπες. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι οι μεν ακρόκαρπες να διαμορφώνονται καλύτερα σε σχήματα κυπέλλου σε μέσες αποστάσεις φύτευσης 10x10 m, οι δε πλαγιόκαρπες σε σχήματα με άξονα σε μέσες αποστάσεις φύτευσης 8x8 m. Σκοποί του κλαδέματος διαμόρφωσης είναι:
    • α) Να δημιουργηθεί στο δένδρο ένας ισχυρός σκελετός ικανός να παράγει και να σηκώνει μεγάλο φορτίο καρπών
    • β) Ο σκελετός αυτός να είναι κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένος που να επιτρέπει την επαρκή είσοδο ηλιακού φωτός στα κατώτερα μέρη της κόμης
    • γ) Το σχήμα του δένδρου να επιτρέπει μηχανική συγκομιδή
    • δ) Να επιτυγχάνεται κατά το δυνατό συντομότερη είσοδος στην καρποφορία
    [/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Κλασσικό Kύπελλο[dropcap] Στην ώριμη ηλικία, ένα δένδρο καρυδιάς διαμορφωμένο σε κλασσικό κύπελλο, αποτελείται:
    • • Από τον κορμό, ύψους συνήθως 1,5 m.
    • • Από τρεις βραχίονες, που απέχουν μεταξύ τους διαδοχικά 30-50 cm περίπου, σχηματίζουν με την κατακόρυφο γωνία 60ο και σε οριζόντια κάτοψη σχηματίζουν μεταξύ τους διαδοχικά γωνίες περίπου 120ο.
    • • Από 4-5 υποβραχίονες για κάθε βραχίονα (συνολικά από 12-15 υποβραχίονες), που έχουν σχηματισθεί διαδοχικά εναλλάξ πάνω στο βραχίονα.
      • Πλεονεκτήματα: Αρμονική διάταξη βραχιόνων και υποβραχιόνων στο χώρο, εξασφάλιση καλού ηλιακού φωτισμού.
      • Μειονεκτήματα: Πολύ δύσκολα διορθώνεται αρχικός κακός σχηματισμός των βραχιόνων, δεν είναι κατάλληλο για πυκνές φυτεύσεις, δεν είναι το καλύτερο για μηχανική συγκομιδή.
    [/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"] Ελεύθερο κύπελλο[dropcap] Παραλλαγή του κλασικού κυπέλλου κατά την οποία γίνονται όλες οι ενέργειες που γίνονται στο κλασσικό κύπελλο μέχρι και το σχηματισμό των τριών βραχιόνων. Στη συνέχεια οι βραχίονες αφήνονται ν’ αναπτυχθούν ελεύθερα και να διαμορφώσουν μόνοι τους υποβραχίονες. Γίνονται μόνο απαραίτητες επεμβάσεις αραιώματος των πυκνών ή σε ακατάλληλη θέση υποβραχιόνων, αφαίρεσης των λαίμαργων και των βλαστών που στρέφονται προς το έδαφος. Τα πλεονεκτήματα έναντι του κλασικού κυπέλλου είναι ο ευκολότερος και οικονομικότερος σχηματισμός, καθώς και η μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου στην παραγωγή. Κυριότερο μειονέκτημα είναι η μειωμένη παραγωγικότητα στην πλήρη παραγωγή έναντι του κλασικού κυπέλλου.[/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Κύπελλο με άξονα[dropcap] Πρόκειται για ένα κλασικό κύπελλο στο οποίο επιπλέον αφήνεται και ένας κεντρικός κατακόρυφος άξονας, ο οποίος χρησιμοποιείται σαν τέταρτος βραχίονας. Ο σχηματισμός του κυπέλλου με άξονα διαφέρει στην τεχνική με το κλασικό κύπελλο μόνο στα εξής σημεία:
    • – Όταν καρατομούμε στα 150-160 cm τον κεντρικό βλαστό, για να πάρουμε τους βραχίονες, προτιμούμε να κάνουμε την καρατόμηση 0,5 cm πάνω από ένα οφθαλμό με λαιμό, γιατί αυτός θα δώσει ισχυρό κατακόρυφο βλαστό, που θα χρησιμοποιηθεί σαν κεντρικός άξονας.
    • – Στον κατακόρυφο βλαστό που θα προκύψει και θα είναι ο άξονας του κυπέλλου θα του συμπεριφερθούμε σαν να είναι ένας κατακόρυφος βραχίονας. Πιο αναλυτικά, στον κεντρικό αυτό άξονα δεν σχηματίζουμε καινούργιους βραχίονες αλλά μόνο καρποφόρους κλάδους (δηλαδή υποβραχίονες και κοντοκλάδια). Οι λόγοι που χρησιμοποιείται το κύπελλο με άξονα είναι οι εξής:
    • • Ο κυριότερος για να πετύχουμε πιο πυκνές φυτεύσεις, γιατί όταν υπάρχει κεντρικός άξονας οι βραχίονες γίνονται πιο κλειστοί και το δένδρο έχει λιγότερο πλάτος κόμης.
    • • Όταν θέλουμε να πετύχουμε πιο κλειστό κύπελλο, οπότε μετά από 8-10 έτη αφαιρούμε τον κεντρικό άξονα.
    • • Για να δώσει το δένδρο τα πρώτα οκτώ χρόνια περισσότερη καρποφορία.
    [/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Άλλα σχήματα με άξονα[dropcap] Για τις πλαγιόκαρπες ποικιλίες χρησιμοποιούνται σχήματα με άξονα με σκοπό:
    • • Να μειώσουν και να ελέγξουν τον όγκο της κόμης των δένδρων, ώστε να επιτευχθούν πυκνότερες αποστάσεις φύτευσης.
    • • Να επιτευχθεί πιο γρήγορη είσοδος στην καρποφορία και στην πλήρη παραγωγή.
    • • Να υπάρχει εύκολο κλάδεμα ώστε να ελαττωθεί το κόστος του.
    • • Να είναι δυνατό το εύκολο κλάδεμα των βραχιόνων, οι οποίοι στην πραγματικότητα παίζουν το ρόλο ισχυρών υποβραχιόνων γιατί λαμβάνονται κατευθείαν στον κεντρικό άξονα.
    • • Να είναι εύκολη και αποτελεσματική η χρησιμοποίηση δονητή κορμού για τη συγκομιδή των καρυδιών.
    [/dropcap] [blocknumber type="circle" text="Α" color="#FFF" background="#13a13d"] Άξονας με βραχίονες ορόφους[/blocknumber][dropcap] Αυτή η μέθοδος σχηματισμού επινοήθηκε στην Καλιφόρνια και εφαρμόζεται σε ευρεία κλίμακα τα τελευταία χρόνια. Στο σχήμα αυτό, που είναι κατάλληλο για τις πλαγιόκαρπες ποικιλίες, οι βραχίονες παίζουν το ρόλο των υποβραχιόνων. Οι συνιστώμενες αποστάσεις φύτευσης ανάλογα με τη δύναμη της πλαγιόκαρπης ποικιλίας είναι για τις πολύ αδύνατης βλάστησης ποικιλίες (Vina) 7x7 m έως 8x7 m, και για τις αδύνατης βλάστησης ποικιλίες (Chandler, Lara) από 7,5x7,5 m έως 8x8 m. Το σχηματισμένο δένδρο έχει σχήμα πυραμίδας και αποτελείται: από κορμό ύψους περίπου 1,4-1,5 m από το έδαφος πριν τον πρώτο βραχίονα και από ένα κατακόρυφο άξονα που είναι η προέκταση του κορμού και ο οποίος φέρει ελικοειδώς, σε δύο ορόφους, συνήθως 7-8 βραχίονες, ανάλογα με τη δύναμη της ποικιλίας και τη γονιμότητα του εδάφους. Ο πρώτος όροφος αποτελείται συνήθως από 4 βραχίονες, ομοιόμορφα κατανεμημένους στο χώρο, που απέχουν μεταξύ τους περίπου 10-15 cm (δηλαδή ο πρώτος λαμβάνεται σε ύψος από το έδαφος στα 130-140 cm, ο δεύτερος στα 150-155 cm, ο τρίτος στα 160-165 cm και ο τέταρτος στα 170-175 cm). Οι παραδεκτές γωνίες που πρέπει να σχηματίζουν οι βραχίονες με τον κατακόρυφο άξονα είναι από 55o έως 80o. Οι δύο όροφοι απέχουν μεταξύ τους περίπου 110 cm, δηλαδή τόσο περίπου απέχει ο τελευταίος βραχίονας (τέταρτος του δένδρου) του πρώτου ορόφου με τον πρώτο βραχίονα (πέμπτο του δένδρου) του δευτέρου ορόφου.[/dropcap] [blocknumber type="circle" text="Β" color="#FFF" background="#13a13d"] Άξονας με ελεύθερη διαμόρφωση βραχιόνων[/blocknumber][dropcap] Αυτό το σχήμα είναι γνωστό σαν “κυπαρισσάκι”, γιατί δίνει στο δένδρο όψη κωνική. Φιλοσοφία του σχήματος είναι ο καλός φωτισμός, που επιτυγχάνεται με βραχίονες (που παίζουν το ρόλο και των υποβραχιόνων) μεγαλύτερου μήκους στη βάση και μικρότερου μήκους όσο ανεβαίνουμε προς την κορυφή (κυπαρισσάκι), σε συνδυασμό με πιο εύκολους κλαδευτικούς χειρισμούς. Το σχήμα αυτό στηρίζεται στην παρατήρηση ότι οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες καρυδιάς δίνουν πολλές διακλαδώσεις και επομένως είναι δυνατή, πιο εύκολα και με μικρότερο κόστος, η επίτευξη ενός ικανοποιητικού σχήματος με άξονα, κατάλληλου για πυκνές φυτεύσεις και πρώιμη είσοδο στην καρποφορία, χωρίς καρατόμηση του άξονα (εκτός ίσως στη φύτευση στην περίπτωση που είναι ακατάλληλος από το φυτώριο), που αφήνεται ελεύθερος να δημιουργήσει τη βλάστηση και το σχήμα του δένδρου με κάποιες υποβοηθήσεις. Έτσι στο σχήμα αυτό χαρακτηριστικό είναι ότι αφήνονται ν’ αναπτυχθούν ελεύθερα άξονας και μελλοντικοί βραχίονες, χωρίς καρατομήσεις αλλά με τεχνικές επεμβάσεις, που είναι κυρίως κορφολογήματα, βλαστολογήματα κλπ. Αρχικά επιλέγονται περισσότεροι βραχίονες με τη δυνατή καλύτερη κατανομή στο χώρο, ενώ στο τελικό στάδιο αφαιρούνται βραχίονες και μένουν μόνο οι απαραίτητοι.[/dropcap] [blocknumber type="circle" text="Γ" color="#FFF" background="#13a13d"] Καρποφόρος φράχτης[/blocknumber] [dropcap]Αυτό το σύστημα αφορά μόνο τις πολύ παραγωγικές και αδύνατης βλάστησης πλαγιόκαρπες ποικιλίες και έχει δύο στόχους: ο πρώτος γρήγορη και αυξημένη παραγωγή και ο δεύτερος μηχανικό κλάδεμα καρποφορίας. Οι αποστάσεις φύτευσης είναι από 7x3,5 m (40 δένδρα/στρέμμα) έως 8x5 m (25 δένδρα/στρέμμα). Μικρότερες αποστάσεις με σχετικά επιτυχή εφαρμογή ήταν 6,5x3,2 m (48 δένδρα/στρέμμα), με την ποικιλία Tulare σε σχήμα παλμετοειδές, στην Καλιφόρνια. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην επιλογή ποικιλίας γιατί πολλές πλαγιόκαρπες ποικιλίες, όπως η Chandler, μειώνουν την πλαγιοκαρπία τους σε πυκνές φυτεύσεις. Σ’ αυτό το σύστημα κλαδέματος είναι πολύ βασικό να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ καρποφορίας και βλάστησης. Καρποφορία μεγαλύτερη της βλάστησης οδηγεί σε μπλοκάρισμα της βλάστησης, με συνέπεια να παράγεται μεγάλο ποσοστό καρπών μικρού μεγέθους και να παρατηρούνται αυξημένες ζημιές από ηλιοκαύματα. Αντίθετα υπερβολική βλάστηση οδηγεί σε φαινόμενα ακαρπίας λόγω σκίασης. Συνήθως το σχήμα διαμόρφωσης που προτείνεται για τους καρποφόρους φράχτες είναι της παλμέτας ή του άξονα με ελεύθερους βραχίονες.[/dropcap][/block][/col][/row]
     
    [row][col class="span12"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Κλάδεμα διατήρησης[/bubble]
     
    [dropcap]Ο σκοπός του κλαδέματος διατήρησης είναι η αποκατάσταση και η διατήρηση ισορροπίας μεταξύ βλάστησης και καρποφορίας. Οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες είναι πιο απαιτητικές σε κλαδευτικούς χειρισμούς διατήρησης από τις ακρόκαρπες.[/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Ακρόκαρπες ποικιλίες[dropcap]Στις ακρόκαρπες ποικιλίες, όταν τελειώσει το κλάδευμα διαμόρφωσης, δεν βραχύνονται ποτέ οι ετήσιοι κλάδοι, γιατί καρποφορούν μόνο οι ακραίοι οφθαλμοί τους και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της παραγωγής τους. Οι ακρόκαρπες ποικιλίες διαμορφώνονται κατά κανόνα σε κυπελλοειδή σχήματα (χωρίς άξονα ή με άξονα), στα οποία γίνονται οι εξής επεμβάσεις:
    • • Αραίωμα των πυκνών πολυετών κλάδων, ώστε να εισέρχεται το ηλιακό φως στο εσωτερικό της κόμης των δένδρων.
    • • Βράχυνση των πολυετών κλάδων, όπου απαιτείται, σε πλάγιο κλάδο, ώστε να παράγουν μεγαλύτερους και καλύτερης ποιότητας καρπούς και παράλληλα να επιτυγχάνεται σχετικά αρμονική διάταξη στο χώρο της κόμης του δένδρου.
    • • Αραίωμα των πυκνών ετησίων βλαστών.
    • • Αφαίρεση ξερών, γερασμένων και σκιασμένων κλάδων.
    • • Αφαίρεση λαίμαργων, ιδίως αν βρίσκονται σε ακατάλληλη θέση.
    • • Αφαίρεση βλαστών που κατευθύνονται προς το έδαφος.
    [/dropcap][/block]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Πλαγιόκαρπες ποικιλίες[dropcap] Οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες μπορεί να διαμορφωθούν σε κυπελλοειδή σχήματα, αλλά προτιμότερο είναι να διαμορφώνονται σε σχήματα με άξονα. Οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες έχουν την τάση να παράγουν άφθονα και γι’ αυτό γρήγορα, αν δεν κλαδευτούν, μετά τις 2-3 πρώτες καρποφορίες, παρουσιάζουν μπλοκάρισμα της βλάστησής τους, με αποτέλεσμα την παραγωγή καρπών μικρού έως πολύ μικρού μεγέθους.Συμπερασματικά οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες απαιτούν συστηματικό κλάδεμα, για να διατηρηθεί η ισορροπία της βλάστησής τους με την καρποφορία τους. Το κλάδεμα αυτό, εκτός του αραιώματος των πυκνών κλάδων, της αφαίρεσης γερασμένων και ξερών κλάδων, καθώς και των βλαστών που είναι λαίμαργοι ή κατευθύνονται προς το έδαφος, συνίσταται κυρίως σε δύο επεμβάσεις:
    • – Κλάδεμα των βραχιόνων, υποβραχιόνων και λοιπών καρποφόρων κλάδων κατά 20-40%, ανάλογα με το βαθμό εξασθένησης της βλάστησής τους.
    • – Κλάδεμα των ετησίων βλαστών, ανάλογα με το βαθμό πλαγιοκαρπίας της ποικιλίας και τη δύναμη βλάστησής τους κατά 20-40%.
    [/dropcap] [/block]
  • [row] [col class="span6"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="μεγάλου ενδιαφέροντος"]
    Πλαγιόκαρπες Ποικιλίες[/bubble] [accordion id="sc-accordion"][accordion_item title='CHANDLER']Καταγωγή Καλιφόρνια, Πανεπιστήμιο Davis. Έναρξη βλάστησης 16 ημέρες μετά την υπερπρώιμη Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Ποικιλία μεσοόψιμη, πλαγιόκαρπη με βαθμό πλαγιοκαρπίας 90%, ημιπλαγιόκλαδη, αδύνατης έως μέτριας δύναμης βλάστησης, με ανθοφορία πρώτανδρη. H ταχύτητα εισόδου στην καρποφορία είναι πολύ γρήγορη. Πρώτα εμφανίζονται τα θηλυκά άνθη τον πρώτο χρόνο φύτευσης, ενώ οι ίουλοι εμφανίζονται από τον 4ο χρόνο. Η είσοδος στην πλήρη καρποφορία γίνεται από το 9ο ή 10ο έτος. Έχει πολύ καλή παραγωγικότητα. Έχει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση (λόγω όψιμης ανθοφορίας) και ελάχιστη στην ανθράκωση. Κύριες Επικονιάστριες (4%) ποικιλίες οι Franquette ή Fernor και συμπληρωματικές (1%) οι Ronde de Montignac ή Meylannaise. Χαρακτηριστικά καρπού: Σχήμα καρυδιού ωοειδές έως επίμηκες κοντό. Εμφάνιση καρυδιού πολύ καλή, πολύ ελκυστική, με μέσο βάρος καρυδιού 11,5-13 g. Ποσοστό ψίχας 48-52%. Χρωματισμός ψίχας ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας Extra. Ποιότητα ψίχας καλή, εξαγωγή ψίχας από το κέλυφος εύκολη. Αγρονομική αξία: Ποικιλία μεγάλης αξίας, παραγωγική, πλαγιόκαρπη, ημιόψιμη, κατάλληλη για ημιορεινές και πολλές ορεινές περιοχές όπου ο τελευταίος εαρινός παγετός σημειώνεται έως τις 12 Απριλίου.[/accordion_item]

    [accordion_item title='LARA'] Δημιουργοί οι Pépinières de Lalanne (Gironde, Γαλλία). Η έναρξη της βλάστησης γίνεται 18 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Ποικιλία μεσοόψιμη, πλαγιόκαρπη, ημιπλαγιόκλαδη, μέσης δύναμης βλάστησης, με ανθοφορία πρώτανδρη. Παραγωγικότητα καλή έως πολύ καλή. Έχει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και στην ανθράκωση πολύ μικρή. Καλύτερες επικονιάστριες (4%) ποικιλίες είναι οι Franquette ή Fernor και συμπληρωματικές (1%) οι Ronde de Montignac ή Meylannaise. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι σφαιροειδές, με μέσο βάρος 12-14 g και με ποσοστό ψίχας 47-50%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας Ι. Η ποιότητα της ψίχας είναι καλή και η εξαγωγή της από το κέλυφος είναι εύκολη. Αγρονομική αξία: Πολύ αξιόλογη παραγωγική, πλαγιόκαρπη, ημιόψιμη και μεγαλόκαρπη ποικιλία, κατάλληλη για ημιορεινές και πολλές ορεινές περιοχές όπου ο τελευταίος εαρινός παγετός σημειώνεται έως τις 15 Απριλίου. [/accordion_item]

    [accordion_item title='FERNOR'] Δημιουργός είναι ο INRA (Μπορντό Γαλλίας). Έναρξη βλάστησης 30 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Ποικιλία όψιμη, πλαγιόκαρπη, ημιπλαγιόκλαδη, μέσης δύναμης βλάστησης, με ανθοφορία πρώτανδρη, παραγωγικότητα καλή έως πολύ καλή. Εμφανίζει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και πολύ μικρή στην ανθράκωση. Καλύτερος επικονιαστής της είναι η Ronde de Montignac. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι επίμηκες, μέσου βάρους 11-13 g, με ποσοστό ψίχας 45-48%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας έξτρα και Ι. Η ποιότητα της ψίχας είναι πολύ καλή και ο αποχωρισμός της από το κέλυφος γίνεται εύκολα. Αγρονομική αξία: Πολύ αξιόλογη παραγωγική, πλαγιόκαρπη και όψιμη ποικιλία, εποχής Franquette, κατάλληλη για ορεινές και πολύ ορεινές περιοχές. [/accordion_item]

    [/accordion][/block] [/col] [col class="span6"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="που καλλιεργούνται στην Ελλάδα"]
    Πλαγιόκαρπες Ποικιλίες[/bubble] [accordion id="sc-accordion"]

    [accordion_item title='PAYNE' color="#FFF" background="#f16a10"] Κατάγεται από την Καλιφόρνια και προήλθε από επιλογή σποροφύτου το 1898. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι υπέρ πρώιμη ποικιλία, πλαγιόκαρπη, με βαθμό πλαγιοκαρπίας 80-90%, πλαγιόκλαδη, σχετικά αδύνατης δύναμης βλάστησης και δένδρο μικρού σχετικά μεγέθους. Στην πεδινή Φθιώτιδα, έχει έναρξη βλάστησης στις 20/3 και ανθοφορία πρώτανδρη. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι ωοειδές, με μέσο βάρος 11-12 g και ποσοστό ψίχας 50- 53%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι λευκοκίτρινος, κατηγορίας I και Extra και η ποιότητα της είναι καλή έως πολύ καλή. SERR: Κατάγεται από την Καλιφόρνια και δημιουργός της είναι το Πανεπιστήμιο Davis. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία υπέρ πρώιμη, πλαγιόκαρπη, πρώτανδρη, με βαθμό πλαγιοκαρπίας 55- 60%, ημιορθόκλαδη, ζωηρής δύναμης βλάστησης. Χαρακτηριστικά καρπού: Σχήμα καρυδιού ωοειδές ή επίμηκες κοντό με αρκετά ισχυρή αιχμή. Μέσο βάρος καρυδιού 11–12 g και ποσοστό ψίχας 52–57%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι λευκοκίτρινος, στα πεδινά κατηγορίας I και στα ημιορεινά κατηγορίας Extra και I. Η ποιότητα της ψίχας είναι καλή έως πολύ καλή. [/accordion_item]

    [accordion_item title='PEDRO'] Κατάγεται από την Καλιφόρνια. Η έναρξη της βλάστησης ξεκινά 13 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία κανονικής εποχής, πλαγιόκαρπη με βαθμό πλαγιοκαρπίας 80%, πλαγιόκλαδη, με αδύνατης δύναμης βλάστηση και με ανθοφορία πρώτανδρη. Έχει μέση ευαισθησία στη βακτηρίωση και στην ανθράκωση. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι ωοειδές έως σφαιροειδές, με μέσο βάρος 11,5-13,5 g και ποσοστό ψίχας 47-50%. Ο χρωματισμός της ψίχας εξαρτάται από τις θερινές θερμοκρασίες και κυμαίνεται από ανοικτοκίτρινος με καστανές νευρώσεις έως καστανός ανοικτός. Η ποιότητα της ψίχας είναι μέση στις πεδινές και καλή στις ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Επικονιάστριες ποικιλίες είναι οι Fernor ή Franquette. [/accordion_item]

    [accordion_item title='SERR'] Κατάγεται από την Καλιφόρνια και δημιουργός της είναι το Πανεπιστήμιο Davis. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία υπέρ πρώιμη, πλαγιόκαρπη, πρώτανδρη, με βαθμό πλαγιοκαρπίας 55- 60%, ημιορθόκλαδη, ζωηρής δύναμης βλάστησης. Χαρακτηριστικά καρπού: Σχήμα καρυδιού ωοειδές ή επίμηκες κοντό με αρκετά ισχυρή αιχμή. Μέσο βάρος καρυδιού 11–12 g και ποσοστό ψίχας 52–57%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι λευκοκίτρινος, στα πεδινά κατηγορίας I και στα ημιορεινά κατηγορίας Extra και I. Η ποιότητα της ψίχας είναι καλή έως πολύ καλή. [/accordion_item]

    [accordion_item title='VINA'] Κατάγεται από την Καλιφόρνια. Η έναρξη της βλάστησης ξεκινά 8 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία μεσοπρώιμη, πλαγιόκαρπη με βαθμό πλαγιοκαρπίας 80%, πλαγιόκλαδη, με αδύνατης δύναμης βλάστηση και ανθοφορία πρώτανδρη. Είναι ευαίσθητη στη βακτηρίωση και στο ηλιόκαυμα. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι κωνικό με αιχμηρή άκρη, το μέσο βάρος καρυδιού είναι 11-12,5 g και έχει ποσοστό ψίχας 47-51%. Ο χρωματισμός της ψίχας σε ημιορεινές περιοχές είναι κατηγορίας I και Extra, αλλά σε πεδινές περιοχές είναι κατηγορίας I και II (σκούρα), ιδίως όταν η θερμοκρασία τους θερινούς μήνες υπερβαίνει τους 42οC. Η ποιότητα ψίχας είναι μέτρια έως αρκετά καλή. Επικονιάστριες ποικιλίες οι Chandler, Pedro, Hartley. [/accordion_item] [/accordion] [/block] [/col] [/row]

     
    [row] [col class="span6"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="ελληνικές ποικιλίες"]
    Νέες Πλαγιόκαρπες[/bubble] [accordion id="sc-accordion"]

    [accordion_item title='ΙΟΛΗ' color="#FFF" background="#f16a10"] Δημιουργός είναι το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε./Σταθμός Γεωργικής Έρευνας Βαρδατών Φθιώτιδας (ΣΓΕΒ). Χαρακτηριστικά δένδρου: Ποικιλία μεσοπρώιμη έως κανονικής εποχής, πλαγιόκαρπη με βαθμό πλαγιοκαρπίας 90%, ημιπλαγιόκλαδη, αδύνατης έως μέτριας δύναμης βλάστησης, με ανθοφορία πρώτανδρη. Στο Σταθμό Γεωργικής Έρευνας Βαρδατών (ΣΓΕΒ) έχει κατά μέσο όρο έναρξη βλάστησης στις 29/3, ανθοφορία ιούλων (έναρξη-λήξη) από 14/4 έως 25/4, ανθοφορία θηλέων (έναρξη-λήξη) από 20/4 έως 1/5 και ωρίμανση καρπού από 24/9, με πολύ καλή σχάση περικαρπίου. H ταχύτητα εισόδου στην καρποφορία είναι πολύ γρήγορη, η εμφάνιση των θηλέων ανθέων γίνεται από τον πρώτο χρόνο φύτευσης και η εμφάνιση των πρώτων ιούλων από τον 3ο χρόνο. Έχει καλή αντοχή στη βακτηρίωση, στην ανθράκωση και στο ηλιόκαυμα. Επικονιάστριες ποικιλίες είναι οι Chandler, Big Top και Lara. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι σφαιροειδές και η εμφάνιση του ελκυστική . Το μέσο βάρος καρυδιού με κέλυφος είναι 13-15 g με ποσοστό ψίχας 50-54%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας Extra και Ι και η ποιότητα της είναι καλή έως πολύ καλή. Ο αποχωρισμός της ψίχας από το κέλυφος γίνεται εύκολα. Αγρονομική αξία: Ποικιλία μεγάλης αξίας, κανονικής εποχής, πλαγιόκαρπη, πολύ παραγωγική, με πολύ καλό γέμισμα και ποιότητα ψίχας, με καλή αντοχή στη βακτηρίωση και το ηλιόκαυμα, κατάλληλη για ημιορεινές και πολλές ορεινές περιοχές όπου ο τελευταίος εαρινός παγετός σημειώνεται έως τις 5 Απριλίου. [/accordion_item]

    [accordion_item title='BIG TOP'] Δημιουργός είναι το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε./ΣΓΕ Βαρδατών Φθιώτιδας. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία μεσοόψιμη, πλαγιόκαρπη με βαθμό πλαγιοκαρπίας 90%, ημιπλαγιόκλαδη, με αδύνατης δύναμης βλάστηση. Έχει ανθοφορία ελαφρά πρωτόγυνη και μερικές χρονιές σχεδόν ομόγαμη. Εμφανίζει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και καλή αντοχή στην ανθράκωση. Η αντοχή του καρπού στο ηλιόκαυμα είναι καλή. Επικονιάστριες ποικιλίες είναι οι Ιόλη, Chandler και Lara. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι ωοειδές, με πολύ ελκυστική εμφάνιση και το μέσο βάρος του καρυδιού με κέλυφος είναι 18-20 g και με ποσοστό ψίχας 51-53%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας Ι και Extra. Η ποιότητα της ψίχας είναι καλή έως πολύ καλή και η εξαγωγή της ψίχας από το κέλυφος γίνεται εύκολα. Αγρονομική αξία: Είναι ποικιλία, παραγωγική, πλαγιό- καρπη, ημιόψιμη και πολύ μεγαλόκαρπη και είναι κατάλληλη για ημιορεινές και ορεινές περιοχές όπου ο τελευταίος εαρινός παγετός σημειώνεται έως τις 10 Απριλίου. [/accordion_item]

    [/accordion] [/block][/col]

     
    [col class="span6"][block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="μεγάλου ενδιαφέροντος"]
    Ακρόκαρπες Ποικιλίες Ποικιλίες[/bubble] [accordion id="sc-accordion"] [accordion_item title='HARTLEY' color="#FFF" background="#f16a10"] Κατάγεται από την Καλιφόρνια και η έναρξη της βλάστησης γίνεται 16 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Είναι ποικιλία κανονικής εποχής ή μεσοόψιμη, ακρόκαρπη με μικρό βαθμό πλαγιοκαρπίας 5-8%, ημιορθόκλαδη, με κανονικής δύναμης βλάστηση και με ανθοφορία πρώτανδρη. Η ταχύτητα εισόδου στην καρποφορία είναι γρήγορη. Πρώτα εμφανίζονται τα θήλεα άνθη από τον τρίτο χρόνο φύτευσης και οι ίουλοι εμφανίζονται από τον 4ο χρόνο, ενώ η είσοδος στην πλήρη καρποφορία ξεκινά από το 13ο έτος. Όταν εισέλθει στην πλήρη καρποφορία έχει πολύ καλή παραγωγικότητα. Έχει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και ελάχιστη στην ανθράκωση. Η αντοχή του καρπού στο ηλιόκαυμα είναι πολύ καλή και η σχάση του περικαρπίου είναι επίσης πολύ καλή. Επικονιάστρια ποικιλία είναι η Franquette. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού με κέλυφος είναι κολουροκωνικό με αιχμηρή άκρη. Το μέσο βάρος του καρυδιού είναι 11,5-13,5 g και με ποσοστό ψίχας 45-49%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι λευκοκίτρινος, κατηγορίας Ι και η ποιότητα της είναι καλή. Αγρονομική αξία: Μεγάλη, κλασική ακρόκαρπη μεσοόψιμη ποικιλία, πολύ παραγωγική. Είναι κύρια ποικιλία για ημιορεινές και πολλές ορεινές περιοχές, καθώς και πεδινές περιοχές της Βορείου Ελλάδας όπου ο τελευταίος παγετός σημειώνεται μέχρι 10 Απριλίου. Στη Καλιφόρνια καλλιεργείται σε έκταση 240.000 στρεμμάτων και σε αποστάσεις φύτευσης 10x10 m [/accordion_item] [accordion_item title='FRANQUETTE'] Γαλλική ποικιλία, με έναρξη βλάστησης 30 ημέρες μετά την Payne. Χαρακτηριστικά δένδρου: Ποικιλία όψιμη, ακρόκαρπη, ημιορθόκλαδη, με αρκετά ζωηρής δύναμης βλάστηση και αραιόκλαδη. Έχει ανθοφορία πρώτανδρη. Η είσοδος στην πλήρη καρποφορία ξεκινά από το 14ο έτος. Εμφανίζει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και πολύ μικρή στην ανθράκωση. Η αντοχή του καρπού στο ηλιόκαυμα είναι πολύ καλή. Καλύτερος επικονιαστής της είναι η ποικιλία Ronde de Montignac. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι επίμηκες ελλειπτικό, το μέσο βάρος του καρυδιού με κέλυφος είναι 11-12 g και με ποσοστό ψίχας 43-46%. Ο χρωματισμός της ψίχας είναι ανοιχτόχρωμος, κατηγορίας έξτρα και δευτερευόντως Ι, ενώ η ποιότητα της είναι πολύ καλή. Αγρονομική αξία: Μεγάλη κλασική ακρόκαρπη όψιμη ποικιλία, κατάλληλη για ορεινές και πολύ ορεινές περιοχές. αποτελεί το 70% περίπου του γαλλικού καρυδεώνα, αποστάσεις φύτευσης 10x10 m. [/accordion_item] [/accordion][/block] [/col] [/row]
     
    [row][col class="span12"] [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"][bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author="μεγάλου ενδιαφέροντος"]
    Επικονιάστριες Ποικιλίες[/bubble] [accordion id="sc-accordion"]

    [accordion_item title='RONDE DE MONTIGNAC' color="#FFF" background="#f16a10"] Κατάγεται από τη Γαλλία (περιοχή Dordogne). Χαρακτηριστικά δένδρου: Aκρόκαρπη, ημιορθόκλαδη, με αρκετά ζωηρή βλάστηση, όψιμη ποικιλία. Ανθοφορία ομόγαμη. Εμφανίζει μικρή ευαισθησία στη βακτηρίωση και πολύ μικρή στην ανθράκωση. Η αντοχή του καρπού στο ηλιόκαυμα είναι πολύ καλή. Επικονιαστές δεν απαιτούνται. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι σφαιροειδές, με μέσο βάρος με κέλυφος 10-11 g. Χρησιμοποιείται σαν επικονιαστής όψιμων ποικιλιών και είναι πολύ καλός επικονιαστής της Franquette. [/accordion_item]

    [accordion_item title='MEYLANNAISE'] Κατάγεται από τη Γαλλία (περιοχή Meylan, πλησίον της Grenoble). Χαρακτηριστικά δένδρου: Aκρόκαρπη, ημιορθόκλαδη, με αρκετά ζωηρή βλάστηση, όψιμη ποικιλία με ομόγαμη έως ελαφρά πρωτόγυνη ανθοφορία. Χαρακτηριστικά καρπού: Το σχήμα του καρυδιού είναι σφαιροειδές, με μέσο βάρος 10,5-11,5 g. Χρησιμοποιείται σαν επικονιαστής όψιμων ποικιλιών και είναι πολύ καλός επικονιαστής της Franquette. [/accordion_item]

    [/accordion] [/block] [/col][/row]

  •  
    [bubble background="#13a13d" color="#fff" border="3px solid #000" author=" "]
    Εμβολιασμός [/bubble]
     
    [dropcap] Η καρυδιά είναι φυτό με μεγάλη δυσκολία στον εμβολιασμό. Οι περισσότερο διαδεδομένοι τρόποι στο χωράφι, είναι ο ενοφθαλμισμός με πλακίτη (κατά την άνοιξη ή και το καλοκαίρι) καθώς και ο ανοιξιάτικος Αγγλικός εγκεντρισμός. Παρόλ' αυτά, ο εμβολιασμός στην καρυδιά γίνεται ακόμη και τον χειμώνα αλλά σε ελεγχόμενο περιβάλλον και παράλληλα απαιτώντας άριστες γνώσεις φυσιολογίας του φυτού. Πρόκειται για τη μέθοδο "Walnut Hot Callusing" (αγγλική ονομασία) ή αλλιώς "Εμβολιασμός με Θερμοσυγκόλληση" όπου στην ουσία ενώνονται δύο διαφορετικά σώματα, του υποκειμένου με το εμβόλιο, σε μεγάλη κλίμακα με την βοήθεια οργάνων. Είναι μία μέθοδο αρκετά παλιά αλλά άγνωστη στους περισσότερους και εφαρμόζονται διάφοροι τρόποι και τεχνικές εμβολιασμού.[/dropcap]
    [dropcap]Τα τελευταία χρόνια, γίνονται προσπάθειες από φυτωριούχους για συγκόλληση φυτών με σωλήνες και ζεστό νερό ή ακόμη και με τοποθέτηση των φυτών σε θερμοθαλάμους με ανάλογη θερμοκρασία και σχετική υγρασία. Εμείς στο Φυτώριο Όλυμπος, αναπτύξαμε και τελειοποιήσαμε την δική μας μέθοδο εμβολιασμού και συγκόλλησης φυτών που την καθιστά μοναδική όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια. Με τη μέθοδό μας, παράγουμε φυτά άριστης ποιότητας με πολύ γρήγορη είσοδο στην παραγωγή. Ο εμβολιασμός με την παραπάνω μέθοδο έχει πάρα πολλά πλεονεκτήματα διότι γίνεται αποκλειστικά σε ελεγχόμενο περιβάλλον (εργαστήριο).[/dropcap]
     
    [block type="rounded" border="5px solid #13a13d" padding="10px 15px"]Εμβολιασμός με Θερμοσυγκόλληση -Ελεγχόμενο Περιβάλλον – Εργαστήριο[blocknumber type="circle" text="1" color="#FFF" background="#13a13d"] Άριστη Γνώση Φυσιολογίας Φυτού[/blocknumber][dropcap] Απαιτείται να υπάρχει άριστη γνώση της φυσιολογίας του φυτού διαφορετικά,
    θα έρθουμε αντιμέτωποι με αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="2" color="#FFF" background="#13a13d"] Άριστες Γνώσεις Εμβολιαστή[/blocknumber][dropcap] Ένα ιδιαίτερο κομμάτι το οποίο απαιτεί πολλές γνώσεις (καμβιακή ζώνη). Θα πρέπει να ξέρουμε ότι ναι μεν το φυτό είναι εμβολιασμένο αλλά πιθανόν να κουβαλά μαζί του προβλήματα και παθογένειες τα οποία και θα φανερωθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια στο χωράφι.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="3" color="#FFF" background="#13a13d"] Προσομοίωση Καιρικών Συνθηκών[/blocknumber][dropcap] Στο χώρο του εργαστηρίου έχουμε την δυνατότητα με τη βοήθεια οργάνων και ηλεκτρονικών υπολογιστών να κάνουμε προσομοίωση των τέλειων κλιματολογικών συνθηκών που απαιτούνται από το υποκείμενο και και το εμβόλιο για τον σχηματισμό κάλου και συγκόλλησης.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="4" color="#FFF" background="#13a13d"] Μεγάλη Επιφάνεια Συγκόλλησης [/blocknumber][dropcap] Στη συγκεκριμένη μέθοδο υπάρχει μεγάλη επιφάνεια επαφής μεταξύ των δύο σωμάτων υποκειμένου και εμβολίου με αποτέλεσμα μετά την συγκόλληση η ανάπτυξη του φυτού να είναι ραγδαία δίνοντας την δυνατότητα στο φυτό να μπει στην παραγωγική διαδικασία σε συντομότερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τους υπόλοιπους τρόπους εμβολιασμού.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="5" color="#FFF" background="#13a13d"] Συνεχής Απολύμανση[/blocknumber][dropcap] Ο εμβολιασμός γίνεται στον πάγκο του εργαστηρίου με συνεχή απολύμανση υποκειμένου, εμβολίου και εργαλείων εμβολιασμού, μια τακτική που πρέπει να ακολουθούμε και στο χωράφι.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="6" color="#FFF" background="#13a13d"] Εμβολιασμός Φυτών με Μύκητες[/blocknumber][dropcap] Μπορούμε εύκολα να εμβολιάσουμε τα φυτά μας από την αρχή με σκευάσματα όπως Trihoderma harzianum T22, Micoriza κτλ, θωρακίζοντας και προστατεύοντας το φυτό από μύκητες εδάφους και διάφορα άλλα παθογόνα.[/dropcap][blocknumber type="circle" text="7" color="#FFF" background="#13a13d"] Ανάπτυξη σε Σακούλα [/blocknumber][dropcap] Λόγω του ότι ο εμβολιασμός είναι επιτραπέζιος και γίνεται το χειμώνα έχουμε τη δυνατότητα να βάλουμε τα φυτά σε σακούλα και να κάνουμε φύτευση σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.[/dropcap][/block]
     
  • [gallery_2 columns="3" filter="no"] [gallery_item_2 tag="Καρπός" title="Καρπός Καρυδιάς" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-01.jpg" /] [gallery_item_2 tag="Δενδρύλιο" title="Φυτό Καρυδιάς" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-06.jpg" /] [gallery_item_2 tag="Φυτό" title="Φυτό Καρυδιάς" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-04.jpg" /] [gallery_item_2 tag="Καρπός" title="Καρπός Καρυδιάς" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-02.jpg" /] [gallery_item_2 tag="Φυτόριο" title="Νέα Φυτά" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-05.jpg" /] [gallery_item_2 tag="Καρπός" title="Καρύδι" content="..." src="/images/portfolio/karidia/karidia-03.jpg" /] [/gallery_2]
  • 69 370 48 377

  • 24 920 41 589

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  • Αργυροπούλι, 40100 Τύρναβος